«Προτιμώμεν να ανήκομεν εις τους Έλληνες»

«Προτιμώμεν να ανήκομεν εις τους Έλληνες»

@ZastrotheMagician

«Προτιμώμεν να ανήκομεν εις τους Έλληνες». Ειπώθηκε από τον Ανδρέα το μακρινό 1977, τρία μόλις χρόνια μετά τη χούντα. Και όχι σαν τσιτάτο, σαν απάντηση στον Καραμανλή που τόλμησε να πει ότι “ανήκωμεν εις την δύσιν”. Ο Ανδρέας ήταν ο πρώτος που έπιασε το σφυγμό και ερμήνευσε σωστά μια Ελλάδα γεμάτη ιδέες, ποταμούς θεωρίας, άκρατης συνομωσιολογίας, απύθμενης αμετροέπειας. Ο πρώτος που αντιλήφθηκε ότι θεωρούμε εαυτούς επαναστάτες, αντιστασιακούς, σθεναρούς πολέμιους της εκάστοτε εξουσίας και αυτοπροσδιοριζόμαστε ως Γαλατικό Χωριό της Ευρώπης.

Στις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1977, η άνοδος του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα ήταν θεαματική, το εκλογικό σώμα επιδοκίμασε τις σκληρές θέσεις και το ποσοστό σχεδόν διπλασιάζεται: 25,4% και 93 έδρες. Το ΠΑΣΟΚ είναι πια Αξιωματική Αντιπολίτευση και εισάγει στο πρόγραμμά του σοσιαλιστικές αναφορές για μια Ελλάδα που μοιάζει έτοιμη μετά από 7 χρόνια στο γύψο να περάσει στην εποχή της κοινωνικής απελευθέρωσης και της λαϊκής κυριαρχίας.

Ο κόσμος είναι ερωτευμένος με τον Ανδρέα, για πρώτη φορά στη μεταπολίτευση αισθάνεται ότι οι πολιτικοί δεν είναι κάτι ξένο και με το παλάτι εκτός νυμφώνος, τα λαϊκά στρώματα είναι έτοιμα για τη μεγάλη ρεβάνς. Η νίκη είναι συντριπτική, η «Αλλαγή» δεν συντελείται μόνο στο πολιτικό σκηνικό αλλά και στην ελληνική κοινωνία γενικότερα. Τα ΜΜΕ εκτός Ελλάδος και οι κοινοτικοί εταίροι, πολλές φορές βράζουν με τις εξτρεμιστικές τοποθετήσεις του Ανδρέα, είναι αδύνατον όμως να σταματήσουν την ορμή του ελληνικού λαού που θέλει «Εδώ και τώρα Αλλαγή».

Για πρώτη φορά οι Έλληνες πείθονται ότι θα ακουμπήσουν την εξουσία, για πρώτη φορά η αριστερά αισθάνεται ότι θα απενοχοποιηθεί και θα αναγνωριστεί σε ένα κράτος που δεν έχει αποβάλλει ακόμη τις πληγές του Εμφυλίου, πόσω μάλλον τις ακόμη πρόσφατες πληγές της επταετίας.

Στις 18 Οκτωβρίου του 1981 η νίκη του ΠΑΣΟΚ είναι τόσο συντριπτική και αναμενόμενη, που ο ίδιος ο Καραμανλής έχει αποσυρθεί από την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, στέλνοντας το Γεώργιο Ράλλη στην Προεδρία του κόμματος, προκειμένου να μην χρεωθεί ο ίδιος τη συντριβή. Σχεδόν ένας στους δύο Έλληνες ψηφίζει Ανδρέα, πάνω από 2,7 εκατομμύρια άνθρωποι δίνουν στο ΠΑΣΟΚ το εκπληκτικό 48% και τη σαφέστατη εντολή να «αλλάξει» τη χώρα. Το ΠΑΣΟΚ εκτός από το μεσαίο χώρο, λεηλατεί και το αριστερό ρεύμα της μεταπολίτευσης, πείθει ακόμη και κεντροδεξιούς να το ακολουθήσουν, κάνοντας την πολιτική ανάλυση του αποτελέσματος μη επεξηγήσιμη.

Η Ελλάδα γιορτάζει, το ΠΑΣΟΚ προχωρά άμεσα σχεδόν στην εκπλήρωση μέρους των προεκλογικών του δεσμεύσεων και σταδιακά κρατικοποιεί επιχειρήσεις, ικανοποιώντας τα λαϊκά στρώματα που ανέκαθεν στοχοποιούσαν τα ελιτιστικά «τζάκια» της ελληνικής κοινωνίας. Από την αρχή της διακυβέρνησης της «Αλλαγής» επιτυγχάνεται συμφωνία με την ΕΟΚ (πάει περίπατο το «έξω από την ΕΟΚ» και το θρυλικό «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο») αφού ο Ανδρέας κατορθώνει να εξασφαλίσει πληθώρα κονδυλίων και να εντάξει τη χώρα στα Μ.Ο.Π. που από το 1986 θα έκαναν το χρήμα να ρέει άφθονο.

Μοιράζει αφειδώς αυξήσεις στους ονομαστικούς μισθούς του Δημοσίου, το οποίο γιγαντώνεται. Ο λαός κοιτάζει πόσα παίρνει στο χέρι και δεν τον αφορά (ή δεν καταλαβαίνει) ότι η αύξηση δεν έχει αντίκρισμα αφ’ ης στιγμής υπάρχει παράλληλη αύξηση πληθωρισμού. Η πολυπόθητη ρήξη με τη Δύση δεν έρχεται ποτέ, οι «Βάσεις του θανάτου» όχι απλώς παραμένουν, αλλά το 1983 υπογράφεται η ανανέωση της σύμβασης με την αμερικάνικη Κυβέρνηση. Την ίδια χρονιά ο Ανδρέας έχει προχωρήσει στην πρώτη υποτίμηση του εθνικού νομίσματος πλήττοντας την αγοραστική δύναμη της αγοράς στα εισαγόμενα προϊόντα.

Στο εσωτερικό όμως όλα πάνε καλά, το λαϊκό αίσθημα έχει ικανοποιηθεί πλήρως με -ορθές- κινήσεις όπως η κατάργηση της Χωροφυλακής, η προσπάθεια της Εθνικής Συμφιλίωσης μέσω της αναγνώρισης της Εθνικής Αντίστασης και κυρίως μέσω της πρώτης προσπαθειας εκσυγχρονισμού του απαρχαιωμένου νομικού πλαισίου της χώρας με αναγκαίες κινήσεις αστικού χαρακτήρα, όπως η ισότητα των φύλων, η αποποινικοποίηση της μοιχείας, η καθιέρωση του πολιτικού γάμου και το δικαίωμα ψήφου από το 18ο έτος της ηλικίας. Ο λαός είναι χαρούμενος, μέχρι πρότινος ζούσε στο χώμα και με τουαλέτα έξω απ’ το σπίτι, πρώτη φορά αισθάνεται απελευθερωμένος και τσαμπουκάς, πρώτη φορά η μαγκιά γίνεται αρετή. Η κακώς εννοούμενη μαγκιά, εκείνη που θα φέρει τα αμέτρητα «ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε» της δεκαετίας της βάτας και της κοινωνικής απενοχοποίησης.

Ποιος νοιάζεται που η υπόσχεση για αποσκίρτηση από το ΝΑΤΟ μετατρέπεται σε «κάθετη διαφωνία με τη συνθήκη Ρότζερς», ποιος ασχολείται που η έξοδος από την ΕΟΚ γίνεται «διαφύλαξη των εθνικών συμφερόντων» και η ρήξη με τους Ευρωπαίους προσδιορίζεται ως «επιδίωξη που θα επιτευχθεί μέσω δημοψηφίσματος που σέβεται τις συνταγματικές διαδικασίες». Η χώρα δεν διαμαρτύρεται και ζει σε ρυθμούς «Δυναστείας», σε ρυθμούς ενός ιδιότυπου σοσιαλισμού ελληνικής πατέντας. Οι κακοί δυτικοί είναι καλοί αφού μας δανείζουν, εμείς γλεντάμε την «Αλλαγή» και αποκτάμε τη νοοτροπία του βολέματος, της «σιγουριάς του Δημοσίου» και της επίπλαστης κοινωνικοοικονομικής ελευθερίας, «στην υγεία των κορόιδων».

Το δημόσιο είναι πάντα εκεί για τον Έλληνα πολίτη, είναι εκεί όταν οι προβληματικές επιχειρήσεις βάζουν λουκέτο, είναι εκεί όταν η κεφαλαιοκρατία απολύει τους υπεράριθμους προκειμένου να καταστεί βιώσιμη η εταιρεία. Το δημόσιο είναι το απόλυτο δίχτυ ασφαλείας του Έλληνα. Ουδείς είναι σε θέση να αντιληφθεί το πρόβλημα, όλοι εκλαμβάνουν την κυβερνητική πολιτική σαν την πρώτη προσπάθεια ρεαλιστικής αντιμετώπισης της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.

Ο Ανδρέας έχει καταφέρει να λειάνει τις γωνίες και σμιλεύοντας μαεστρικά την ψυχοσύνθεσή μας να μετατρέψει το τετράγωνο σε κύκλο. Η δημοσιονομική πολιτική παρουσιάζεται σαν «επεκτατική» και η οικονομική κρατική επιθετικότητα ερμηνεύεται σαν μονόδρομος ανάπτυξης. Τα αποτελέσματα δεν είναι τα προσδοκώμενα, εντός διετίας παρίσταται ανάγκη νέας υποτίμησης της δραχμής, αλλά η «φιλική» προς τους συνδικαλιστές πολιτική αποδίδει καρπούς. Ουδείς από την κύρια μάζα ανθίσταται, ακόμη και σε «περίεργες» τροπολογίες όπως εκείνη του ν.1365/83 που ουσιαστικά καθιστούσε νόμιμη την απαγόρευση της απεργίας. Ο μεταρρυθμιστικός μαξιμαλισμός του Παπανδρέου, έχει οδηγήσει στις πρώτες διασταλτικές ερμηνείες της πολιτικής του και έχει μπερδέψει κατά μεγάλο ποσοστό την Αριστερά που μοιάζει παγιδευμένη ανάμεσα στη Σκύλλα του συντηρητισμού και τη Χάρυβδη του πασοκικού ιδεολογικού αχταρμά.

Η χώρα έχει προοδεύσει, αλλά το έκανε κοντόφθαλμα, με τον εντελώς λάθος τρόπο. Αγνοούσε βασικές οικονομικές έννοιες, αδιαφορούσε για επιπτώσεις και συνέπειες του δημόσιου υδροκεφαλισμού και αδυνατούσε να διαχειριστεί μεταρρυθμίσεις στη δημόσια υγεία (ΕΣΥ) ή την εκπαίδευση (Νόμος Πλαίσιο) που εάν εφαρμόζονταν σωστά θα της επέτρεπαν να προάγει τις επενδύσεις και να στηρίξει την ιδιωτική πρωτοβουλία. Επελέγη ο εύκολος δρόμος, εκείνος της κρατικής ομπρέλας και του ευτελισμού του δημοσίου. Οι δημόσιες δαπάνες από το (επίσης καταστροφικό) 30% του ΑΕΠ το 1980, αγγίζουν το 50% με τη διακυβέρνηση Παπανδρέου. Η Δύση έχει γίνει πλέον διστακτική και δεν δανείζει αφειδώς όπως τα πρώτα χρόνια της «Αλλαγής», με αποτέλεσμα η Κυβέρνηση να στραφεί στον εσωτερικό δανεισμό και τις υπό κρατικό έλεγχο τράπεζες. Δεν αργεί η πρώτη πολιτική «αναδίπλωση» και οι πρώτες φωνές για «προσαρμογή στην πραγματικότητα».

Οι Εκλογές του ’85 διεξάγονται σε κλίμα απόλυτης πόλωσης μετά την επιλογή Σαρτζετάκη και η «Αλλαγή» έχει περάσει σε δεύτερο πλάνο αφού προτάσσεται η Συνταγματική Αναθεώρηση και η “πτώση του καραμανλισμού”. Η Αριστερά σε πολιτικό επιπεδο δείχνει να ανασυντάσσεται, αλλά και πάλι μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων της στηρίζει Ανδρέα. Η νίκη δεν είναι εμφατική όπως το 1981, αλλά είναι σαφής και διδακτική για την πολιτική ιστορία του τόπου. Ο Ανδρέας υπόσχεται πλήρη αποδεξιοποίηση της κοινωνίας (ανέκαθεν η αναγωγή στο θυμικό εξυπηρετούσε) και λαοπλάνος ων, μοιράζει υποσχέσεις και λεφτά. Το ΠΑΣΟΚ μένει στην εξουσία για τους λάθος λόγους και η οικονομία είναι στα σχοινιά.

Αυτό που ακολουθεί τη μεγάλη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις Εκλογές του Ιουνίου του 1985 δεν έχει προηγούμενο στη νεότερη οικονομικοπολιτική ιστορία της Ελλάδας.

Ο Ανδρέας υπό το βάρος των σκανδάλων και της παροιμιώδους ραστώνης του ελληνικού λαού, προχωρά σε διαδοχικούς ανασχηματισμούς του κυβερνητικού σχήματος (έχει το ρεκόρ μέχρι και σήμερα με επτά ανασχηματισμούς) επιδίδεται σε «τσαμπουκάδες» με τους Τούρκους, κάνει ακατανόητα ανοίγματα στην εξωτερική πολιτική (από Καντάφι μέχρι Ορτέγκα) και καταφεύγει σε λαϊκισμούς και στις τόσο αγαπημένες στο λαό θεωρίες συνωμοσίας, για να καλύψει την ελλειματική πολιτική και να δικαιολογήσει το «τέρας» που εξετράφη στο συμβόλαιο που είχε υπογράψει με το λαό. Ακόμη και το σκάνδαλο της Τράπεζας Κρήτης, είναι ένα «οργανωμένο σχέδιο των ξένων κύκλων για να πλήξουν την Ελλάδα και την πορεία της», μια συνομωσία των Δυτικών που ξαναέγιναν κακοί και ευθύνονται για την αλλαγή πλεύσης και τη λιτότητα. Η φοβισμένη Ελλάδα της μεταπολίτευσης που επιζητούσε επιτακτικά την «Αλλαγή» έχει μετατραπεί σε Ελλάδα της διαφθοράς, του νεοπλουτισμού και της κατάρρευσης των αξιών.

Αποσβολωμένη η χώρα παρακολουθεί τις εξελίξεις, μια χώρα που φωνάζει ότι «εξαπατήθηκε» και απεμπολεί τις ευθύνες της. Μια χώρα που έκανε το ρουσφέτι δεύτερη φύση της, μια χώρα που εξέθρεψε συνδικαλιστές και τους εξέλεξε στο Κοινοβούλιο, μια χώρα που η μόνιμη επωδός των γονέων στα παιδιά τους που έβγαιναν στην παραγωγή, ήταν η φράση «στο Δημόσιο που είναι σίγουρο». Γιατί το κράτος είναι μόνο ένα: πελατειακό. Κανείς δεν ασχολείτο με το οικονομικό σκέλος, κανέναν δεν ενδιέφερε το δημοσιονομικό έλλειμμα και το κρατικό τέρας. Το ενδιαφέρον μονοπωλούσε η «δίκη του αιώνα» και η απόδοση ευθυνών γενικά και αόριστα. Ούτε τότε μπορούσε να αποφασίσει ο λαός και να αναλάβει τις ευθύνες του, ούτε τότε υπήρχε η παρρησία της ενσυνείδητης παραδοχής ότι οι επόμενες γενιές βυθίζονται στο οικονομικό χάος και την ανυποληψία. Άλλωστε «οι άλλοι κλέψανε περισσότερα» και «δεν ζητούσαμε εμείς αύξηση, το κράτος μας τα έδινε». Σε εκείνο το Ειδικό Δικαστήριο την πλήρωσε τελικά με το χειρότερο τρόπο χάνοντας τη ζωή του μόνο ο Μένιος Κουτσόγιωργας.

Ένας ολόκληρος λαός, αντί να ασχολείται με τα πραγματικά προβλήματα της καθημερινότητάς του, κρυβόταν πίσω από τα πρώτα ψήγματα gossip και σχολίαζε το love affair Ανδρέα-Δήμητρας που κατέληξε και σε γάμο, δύο μόλις μήνες πριν την παραπομπή των εμπλεκομένων πολιτικών προσώπων στο Ειδικό Δικαστήριο από τη Βουλή της άτυπης συγκυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας-Συνασπισμού της Αριστεράς. Η χώρα γονάτισε, το περιοδικό TIME μιλούσε ανοιχτά για λεηλασία και ο λαός χωριζόταν ακόμη μια φορά στα δύο. Άνθρωποι που ευεργετήθηκαν από το ΠΑΣΟΚ αδυνατούσαν να πιστέψουν ότι ο Ανδρέας γνώριζε, ακόμη και σήμερα ορκίζονται ότι όλα ήταν ένα σχέδιο ανατροπής του ειδώλου, μια οργανωμένη επίθεση των «ξένων κέντρων» στον άνθρωπο που μας έδωσε ψωμί, στον άνθρωπο που έβγαλε τη χώρα από τη φτώχεια και το σκοταδισμό και την οδήγησε στην ανάπτυξη και την ευημερία. Δεν υπάρχει μέση κατάσταση: είτε είναι λεηλασία είτε συνωμοσία. Η Ελλάδα δεν μπορεί να δει καθαρά ούτε τότε.

Η συνέχεια είναι διδακτική. Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, σχέδιο αποκρατικοποιήσεων, για πρώτη φορά αναφορά στη Βουλή για διαφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Μακεδονικό, Κολλάς, Σταμούλος, κόντρα με τα συνδικάτα και μόλις μια τριετία μέχρι να επιστρέψει ο αποκαμωμένος Ανδρέας στην εξουσία. Η χώρα έχει ποτιστεί με τη νοοτροπία της πόλωσης, επιχαίρει με τακτικές αυριανισμού και έχει υποδεχθεί την «αλλαγή σελίδας» με νεωτερισμούς όπως η ιδιωτική ραδιοφωνία και τηλεόραση, έχει απενοχοποιήσει το sex και προετοιμάζεται για την εποχή του ΚΛΙΚ και της επίδειξης πλούτου, αυτό που ο Πέτρος πολύ έυστοχα είπε «ξεβλάχιασμα».

Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί ότι ίσως κάποτε μας ζητήσουν το λογαριασμό, κανείς δεν διανοείται ότι η «ωραιότερη χώρα του κόσμου», η μοναδική χώρα στον πλανήτη που έχει στο λεξιλόγιό της τη λέξη «φιλότιμο», θα κληθεί από αυτούς που τρώγανε βελανίδια πάνω στα δέντρα να επιστρέψει τα δανεικά. Ούτε καν η εστέτ παρέα της Ράτκας του εκσυγχρονιστή Σημίτη που προσπάθησε να φέρει το καράβι πιο κοντά στο ευρωμοντέλο. Με το απαιραίτητο κραχ του ΧΑΑ, την είσοδο στο ευρώ όταν και (ξανα)κοροϊδέψαμε τους κοκκινομάγουλους Ευρωπαίους, τα θρυλικά διακοποδάνεια για έναν καφέ στο Empire Sate Building. Θρύλος, ΠΑΣΟΚ και Χρηματιστήριο που έλεγε και ο Μπίλι Καραπιάλης σε εκείνη τη συνέντευξη στο «ΕΘΝΟΣΠΟΡ».

Δεν συζητάμε καν για τη διακυβέρνηση Καραμανλή που ακολούθησε, για το θεάρεστο έργο του σημερινού ΠτΔ με τις 865.132 προσλήψεις/μονιμοποιήσεις/αλλαγής υπηρεσιακής κατάστασης στο Δημόσιο. Ακολουθήσαμε απλώς το συρμό, η ασυδοσία και ο νεοπλουτισμός που επιδεικνύει ο ελληνικός λαός τη δεκαπενταετία 1994-2009 είναι πρωτοφανείς, ένα κακέκτυπο των «ιερών εντολών» του NITRO Επαρχιωτισμός, ψευτο-lifestyle, blue chips, επιδοτήσεις και κοινοτικά πακέτα στα μπουζούκια, στα Cayenne, στη Μύκονο. Εννοείται ότι στο μεσοδιάστημα τα σκάνδαλα πληθαίνουν, η εθνική υπερηφάνεια εκτινάσσεται στα ύψη με τους «καλύτερους Ολυμπιακούς Αγώνες ever», κάθετι λογικό και συνετό τίθεται αυτομάτως στο περιθώριο, για να μην τα πολυλογούμε «ο ορισμός του πέναλτι κυρία μου».

Μέχρι που ήρθε το ρημάδι το Καστελόριζο, ακριβώς μετά από την ψευδαίσθηση ότι «λεφτά υπήρχαν» και το σύμπαν βαθμηδόν θα κατέρρεε. Όχι άμεσα. Η Ελλάδα μούδιασε, αλλά ήταν ακόμη πολύ νωρίς για να αντιδράσει. Ένιωσε στο κορμί της την κρυάδα εκείνον το Νοέμβριο του 2011 όταν ορκίστηκε η τεχνική κυβέρνηση Παπαδήμου, αφού κανείς από τους λαοπρόβλητους ηγέτες της χώρας δεν μπορούσε να χρεωθεί τέτοια μέτρα λιτότητας και τις τρομακτικά κάθετες περικοπές που προέβλεπε το «πρόγραμμα στήριξης».

Σιγά σιγά απομονωθήκαμε στα σπίτια μας, αρχίσαμε να «μαζευόμαστε», προσπαθήσαμε να βρούμε τα αίτια της καταδίκης στην ύφεση. Και εννοείται ότι σαν γνήσιο ανυπότακτο χωριό τις βολικές απαντήσεις πρώτα τις βρήκαμε στα Ζάππεια και μετά στην πλατεία. Hard core. Άνω και κάτω. Ήταν θυμός; Ήταν επίμονη άρνηση στην πραγματικότητα; Ουδείς μπορεί να δώσει ασφαλή απάντηση στην αιτία που έσπρωξε τον Έλληνα πολίτη να σπρώχνει τη μπάρα στα διόδια θεωρώντας εαυτόν αντιστασιακό, ουδείς μπορεί να κατανοήσει για ποιο λόγο σταμάτησαν να πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους ακόμη κι εκείνοι που είχαν τις δυνατότητες να το κάνουν.

Και με πρόφαση την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, η Ελλάδα αποφάσισε να γυρίσει το κοντέρ, να πάει με την ελπίδα και τα σενάρια συνομωσίας. Ο επιθανάτιος ρόγχος ήταν το δημοψήφισμα, μετά από εκείνο το ονειρικό εξάμηνο του Γιάνη, της Ζωής κι εκείνου του Ειδικού επί επονείδιστου και επαχθούς χρέους που κυκλοφορούσε στη Βουλή ξυπόλητος για να τσεκάρει το πάχος στη μοκέτα και έβαζε το δάχτυλο στη μελιτζανοσαλάτα. Το άλλοτε taboo της λέξης «δραχμή» επέστρεψε στα στόματα ακόμη και θεσμικών παραγόντων της πολιτικής ζωής, οδηγηθήκαμε σε εκλογές με σποτάκια καταστροφής, ενώ την ίδια στιγμή κλείναμε το μάτι στον ταξιτζή για το νομισματοκοπείο. Τελικά αποδεχθήκαμε τη μοίρα μας επειδή τα νούμερα ήταν αμείλικτα και αντί να τους τρομάξουμε εμείς, μας κατατρόπωσαν αυτοί. Και μπήκαμε στα «σκληρά», στο «πρόγραμμα».

Υποτίθεται το βγάλαμε το rehab, στο τέλος του περασμένου καταραμένου από την τραγωδία καλοκαιριού ήρθε η «καθαρή έξοδος», βγήκαμε στις αγορές, πετάξαμε υποτίθεται τα μνημόνια από πάνω μας με κάτι μικρούς αστερίσκους όπως το παρά ένα αιωνόβιο «υπερταμείο» και άλλα τινά. Με ένα κράτος που παρουσιάζει αξιοθαύμαστα πρωτογενή πλεονάσματα προκειμένου να μην γίνει κανά αστείο και τραβήξει κανείς την πρίζα. Το δημόσιο χρέος αθόρυβα έγινε ιδιωτικό, το ασφαλιστικό διαλύθηκε, ζούμε για να χρωστάμε και να πληρώνουμε φόρους. Κάποιοι λίγοι αναπολούμε το ευ ζην μην έχοντας εξασφαλίσει το ζην.

Τι άλλαξε στις βασικές κεντρικές δομές της ελληνικής κοινωνίας; Επιτεύχθηκε η πολυθρύλητη αλλαγή νοοτροπίας; Βγήκαμε έξω απ’ το κουτί να σκεφτούμε διαφορετικά; Όχι. Εξακολουθούμε να κάνουμε μικροπολιτική, ανασύρουμε από το χρονοντούλαπο της ιστορίας ατελέσφορες συζητήσεις για τον εμφύλιο (!), ανασυγκροτούμε κάθε εξάμηνο την κεντροαριστερά, δακρύζει η Παναγιά με τη Μακεδονία, θριαμβεύει ο φιλελευθερισμός με τις επιλογές σε φίλια νομοσχέδια, στενοχωριόμαστε για τους πνιγμένους πρόσφυγες και κατηγορούμε οι μεν τον Παπαχελά “για το timing του ντοκιμαντέρ για το Μάτι” και οι δε την ΕΡΤ “που παίζει μονταρισμένη τη δήλωση του Μητσοτάκη για την 7ήμερη εργασία”. Θλίψη. Ειλικρινής Θλίψη.

Καλούμαστε την Κυριακή να ψηφίσουμε για την Ευρώπη, ενώ επί της ουσίας έχουμε θέσει εαυτούς εκτός αυτής. Διότι “προτιμώμεν να ανήκομεν εις τους Έλληνες”.

Πηγή: Facebook

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *