Μ115: Πώς οι άνθρωποι ήρθαν στον Μεσόχωρο (3)

Μ115: Πώς οι άνθρωποι ήρθαν στον Μεσόχωρο (3)

Όταν ο Ήλιος έλαμπε στη νέα μέρα, οι άνθρωποι άρχισαν να μαλώνουν. Μερικοί ήθελαν να πάνε σε μια κατεύθυνση, άλλοι σε άλλη και άλλοι σε άλλη. Οι περισσότεροι ήθελαν να πάνε στο βουνό της Ανατολής το Κόκκινο, παρά την προειδοποίηση της Γιαγιάς Αράχνης. Νόμιζαν πως ήταν πιο κοντά από το Βουνό της Χελώνας που θα γινόταν το σπίτι τους. Το δεύτερο δεν φαινόταν τόσο καθαρά και δεν έβλεπαν τι σχήμα είχε η «χελώνα».

Τελικά, η πλειοψηφία αποφάσισε να πάνε ανατολικά στο Κόκκινο Βουνό. Εκεί όμως τους αιφνιδίασαν οι Κομάντσι. Προτού μπορέσουν ν’ αμυνθούν, πολλοί σκοτώθηκαν από τους αιμοχαρείς πολεμιστές και το χιόνι βάφτηκε κατακόκκινο με το αίμα τους. Στον κρύο άνεμο ακούγονταν οι κραυγές και τα βογγητά όσων πέθαιναν βασανιστικά. Γι’ αυτό έμεινε η ονομασία Οροσειρά του Αίματος (Los Sangres).

Ακόμα και σήμερα στα ανατολικά του καλοκαιρινού ουρανού φαίνεται ένα σκουφάκι με φτερά. Ένας Κομάντσι το ξέχασε καθώς επέστρεφε σπίτι και κουβαλούσε έναν σωρό σκαλπς (= γδαρμένο δέρμα με μαλλιά κεφαλιού).

Μα οι άνθρωποι δεν διδάχτηκαν κι άρχισαν να καυγαδίζουν πάλι, καθώς μερικοί ήθελαν να πάνε νότια μα οι άλλοι ήθελαν βόρεια. Αυτοί οι δεύτεροι μάλιστα άρπαξαν πέτρες μυτερές σαν βέλη και με αυτές χτύπησαν τους συντρόφους τους. Μετά έσπευσαν προς τον Βορρά.

Όταν έφτασαν εκεί μια τεράστια άσπρη αρκούδα κατέβηκε τη χιονισμένη πλαγιά του Τάος και ξεφυσώντας παγωμένο αέρα επιτέθηκε στους ξένους. Πολλοί έπεσαν νεκροί. Οι άλλοι έτρεξαν μακριά, γρήγορα με φόβο στην καρδιά. Η αρκούδα ανέβηκε την πλαγιά και μετά αναλήφθηκε στον ουρανό. Εκεί, στον βόριο ουρανό, φαίνεται τώρα νωρίς το βράδυ μέσα στον χειμώνα.

Πάλι άρχισαν να μαλώνουν οι άνθρωποι για την κατεύθυνση που θα έπαιρναν. Μερικοί έφτιαξαν ακόντια και σφεντόνες και άρχισαν να χτυπούν τους αδερφούς τους. Πολλοί σκοτώθηκαν. Οι ζωντανοί έτρεξαν μακριά προς τη δύση όπου είδαν να στέκονται οι Δίδυμοι του Πολέμου. Οι Δίδυμοι τους απείλησαν με τα όπλα τους: «Φύγετε, ανόητοι!», φώναξαν. «Εδώ είναι το μέρος όπου ο Ήλιος πέφτει και πεθαίνει. Εδώ πεθαίνει κάθε πλάσμα ζωντανό. Δεν μπορείτε να μείνετε και να ζήσετε. Φύγετε!». Και οι άνθρωποι έφυγαν γεμάτοι φόβο ενώ οι νεαροί Δίδυμοι γελούσαν. Μετά οι Δίδυμοι γύρισαν, ανέβηκαν το Μαύρο Βουνό και από εκεί στον ουρανό. Την άνοιξη γύρω στα μεσάνυχτα τους βλέπουμε να στέκονται ακίνητοι εκεί.

Οι φοβισμένοι, χαμένοι άνθρωποι πάλι καυγάδισαν και αποφάσισαν να πάνε πίσω εκεί που συνάντησαν τη Γιαγιά Αράχνη. «Αν εκείνη είναι ακόμα εκεί, θα μπορέσει να μας συμβουλέψει τι να κάνουμε», είπαν. Μα μερικοί διαφώνησαν λέγοντας «Που θα την βρούμε; Κοιτάξαμε σε τόσα μέρη ως τώρα!».

«Θα πάμε πίσω εκεί όπου βγήκαμε από τη σκοτεινιά της Γης», είπε ο πρεσβύτερος των γερόντων. Και όλοι επιτέλους όντας κουρασμένοι συμφώνησαν. «Ας πάμε πίσω!».

Με θλίψη στην καρδιά, οι άνθρωποι έφυγαν από τους Δίδυμους που τους κοίταζαν χλευαστικά από τον δυτικό ουρανό και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Ήταν κουρασμένοι. Τα σαντάλια τους ήταν φθαρμένα και τα πόδια τους πονούσαν. Περπατούσαν πάνω στη μαύρη λάβα (στην κοιλάδα Grants, New Mexico) και οι κοφτερές πέτρες έσκιζαν τις πατούσες τους. Έτσι άφησαν μια αιμάτινη σειρά από τα αχνάρια τους. Οι κοκκινίλες φαίνονται και σήμερα στο στρώμα λάβας.

[Συνεχίζεται…]

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *