Π165: Νεώτερη Ελληνική Ποίηση 1965-1980 (Γ’)

Π165: Νεώτερη Ελληνική Ποίηση 1965-1980 (Γ’)

- in Ποίηση
0

1. Στο τέλος της Εισαγωγής του στο Νεώτερη Ελληνική Ποίηση 1965-1980 (Αθήνα 1979, εκδ Γραφή), ο Αλέξης Ζήρας αναρωτιέται: “Θα υπάρξουν άραγε κορυφαίες μορφές σ’ αυτή την ποιητική γενιά [του ’70, ‘γενιά της αμφισβήτησης’] όπως υπήρξαν σε προηγούμενες;”

Η ερώτηση δεν είναι σωστά διατυπωμένη. Διότι προκαλεί το ερώτημα – τι σημαίνει “κορυφαίος”;

Κανονικά ‘κορυφαίος’ θα έπρεπε να σημαίνει ‘άριστος’ ή ‘πολύ καλός’. Αλλά από τη στιγμή που δεν ορίζουμε κριτήρια αριστείας στην ποιητική, “κορυφαίος” μπορεί να είναι κάκιστος ποιητής που όμως θεωρείται σπουδαίος ή άριστος για πολύ διαφορετικούς λόγους.

Στη νεοελληνική ποίηση “κορυφαίοι” (εκτός από τον Σολωμό και ίσως τον Μαβίλη) θεωρούνται αυτοί που είναι λίγο καλύτεροι από την ευρύτερη μάζα χωρίς όμως να έχουν παρουσιάσει άριστη ποίηση (Καβάφης, Παλαμάς, Σικελιανός, Καρυωτάκης, Σεφέρης, Ελύτης) ή για την πολιτική τους ιδεολογία (Ρίτσος, Αναγνωστάκης).

2. Στην Ανθολογία υπό εξέταση δεν υπάρχουν (εκτός της Μαρίας Λαϊνά) ούτε καν κομμάτια με 3 γραμμές σε οποιοδήποτε “ποίημα” που να θεωρείται καλό σύμφωνα με τα δικά μου αυστηρά κριτήρια. Στις επόμενες παραγράφους θα αποφύγω όσους έχω εξετάσει σε προηγούμενα άρθρα (Βαγενάς, Κοντός κ.λπ).

Στο “Χαλί” ο Βαλαβανίδης, ως εραστής, κάπως ρομαντικός, λέει στην καλή του “εκεί στα σκοτεινά θα σ’ αγκαλιάσω / θα μας τυλίγει ο επίδεσμος του ανέμου”. Ο άνεμος είναι πιο δυνατός από “αγέρι” κι ο “επίδεσμος” υπονοεί πληγή, ενώ οι άλλες γραμμές έχουν τρυφερότητα.

Ο Γκανάς νομίζει πως “Στις μάντρες η ψαρόκολλα του ήλιου / πιάνει σαν έντομα τα μάτια”. Ο ήλιος δεν συγκολλά τίποτα στη μάντρα και τα μάτια δεν πιάνονται στην όποια λιακάδα πάνω της!

Ο Κακουλίδης μας λέει “Όταν με κρέμασαν και γούρλωσα / τα μάτια μου ήρθε εκείνη / η κουτσή που γνώρισα την Τρίτη / κι είπε διάφορα φριχτά”. Εδώ δεν χρειάζεται σχόλιο δικό μου.

3. Ο Λάζαρης ακούει “το φευγαλέο ξύσιμο / της προπέλας στα νερά” λες και δεν υπάρχουν πιο εκφραστικές λέξεις από το “ξύσιμο”!

Ασυναρτησία μας δίνει ο Μαρκόπουλος με το “Κάθε ψυχή είναι μια θάλασσα στην ερημιά / με το βλέμμα του παιδιού συνάμα…”.

Στο “Το Δάκρυ” ο Μπεκατώρος γράφει για την ποίηση: “Θα σε γυρέψει κάποτε το ποίημα / ήσυχο κλάμα του νερού στην πηγή / φύλλωμα δέντρου όπως ξεψυχάει το απόγεμα” σάμπως κι όλα τα ποιήματα εκφράζουν πόνο!

Η Παυλίνα Παμπούκη επίσης νιώθει πόνο: “η άμμος / η άμμος είναι μια ακριβολόγος θλίψη”. Πώς, γιατί; – αναπάντητα ερωτήματα!

Ο Κ. Παπαγεωργίου, που (κατά τον Ζήρα) έχει εντρυφήσει στον Σεφέρη νιώθει να είναι “Κι εγώ / μια μνήμη υδροκέφαλη / στου πηγαδιού τον πάτο”.

Για ποίηση γράφει και ο Πατίλης: “τα ποιήματα – σκέφτομαι – είναι σαν τα δυστυχήματα / γράφουνται πάντα μ’ αίμα (- ψέμμα;)!” Θα έπρεπε να διαβάσει λίγο Σολωμό αντί τους μοντέρνους μάπες.

Ο Στεριάδης πάλι διαπιστώνει πως “Έχεις ένα γρουσούζικο σπυρί στον τρόπο του λέγειν” κι έτσι “Στενοχωριέμαι με κεφαλαία γράμματα”!

4. Ο Τραϊανός προειδοποιεί: “Δεν διατείνομαι τίποτα ούτε και διαθέτω / ελάχιστα πράγματα βλέπω” – κι ίσως μιλάει για όλους!

Ο Φωστέρης σε ένα πάρτυ “Τη νύχτα ανάσκελα σ’ ένα τσουβάλι άστρα / Καπνίζοντας τη μοίρα μου βαρύ τσιγάρο” γυρίζει και φτύνει τον ουρανό!

Η Νατάσα Χατζηδάκι βλέπει: “Και κείτονται / στις προκροταφικές εντομές / των περιπτέρων / τα εβδομαδιαία περιοδικά”.

Ο δε Βερβέρης συνοψίζει τις παρατηρήσεις του διακρίνοντας “Τεράστια βυζιά στους δρόμους για να μεγαλώσουμε”!

Ο Υφαντής, τελευταίος στην Ανθολογία, διαπιστώνει – μάλλον για όλους: “Πρέπει / να ξαναβρούμε / τα ονόματα / των πραγμάτων…

5. Διάλεξα όχι τις χειρότερες γραμμές, μα 2 ή 3 που – σύντομα κι επακριβώς – δείχνουν την ποιητική ποιότητα των “ποιητών” στην Ανθολογία.

Ευχάριστη εξαίρεση αποτελεί η Μαρία Λαϊνά με την ευαισθησία της και κάποια, όχι μεγάλη, προσπάθεια να μεταδώσει συγκίνηση στον αναγνώστη – αντί όπως οι άλλοι όλοι να προσπαθεί να προκαλέσει, να σοκάρει, να εντυπωσιάσει με μια ή άλλη πόζα τρυφερότητας, στόμφου, ποίησης, εξυπνάδας και παρόμοια. Δεν ξέρω αν υλοποίησε την υπόσχεση που δίνει σε αυτά τα πρώιμα.

Δεν θα την έλεγα “γενιά της αμφισβήτησης” μα “γενιά της παράνοιας”.

Σε 50 χρόνια από τώρα (2017) κανείς δεν θα τους διαβάζει εκτός, όπως κι εγώ, για ιστορικούς ή διδακτικούς λόγους.

Η καλή ποίηση θέλει έμπνευση καθάρια και πολλή εργασία. Όπως λένε στη Χίο για το μαστιχόδεντρο – “είμαι δεντρίν ακούραστο και πάντα δακρυσμένο”, μα τα σταλάγματα μαστίχας από τα κεντημένα κλαδιά λάμπουν σαν διαμαντικά στον ήλιο, σε αντίθεση με αυτές τις κουτσουλιές!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *