Π164: Νεώτερη Ελληνική Ποίηση 1965-80 (Β’)

Π164: Νεώτερη Ελληνική Ποίηση 1965-80 (Β’)

- in Ποίηση
0

1. Συνεχίζω με αυτή την Ανθολογία (Νεότερη Ελληνική Ποίηση 1979, εκδ. γραφή, Εισαγωγή Α. Ζήρας).

Ακολουθώντας τον Βάσο Βαρίκα, ο Α. Ζήρας υιοθετεί τον όρο «γενιά της αμφισβήτησης» και τον Β. Στεριάδη τον όρο «γενιά του ’70». Αυτή αποτελείται, κατά την Ανθολογία και τον Α. Ζήρας από 40 «ποιητές» και «ποιήτριες» -όπως Βαγενάς Ν, Βαλαβανίδης Χ, Γκανάς Μ, Κοντός Γ, Λαϊνά Μαρία, Μαστοράκη Τζένη, Μπεκατώρος Σ, Πούλιος Λ, Σιώτης Ντ, Τραϊνός Αλ, Φωστιέρης Αντ, Βερβέρης Γ, Υφαντής Γ, και άλλοι 27, οι πλείστοι ήδη ξεχασμένοι.

Ο Α. Ζήρας βρίσκει κοινά χαρακτηριστικά στην «ποιητική» αυτή των 40: «οξεία κριτική απέναντι σε κατεστημένες ιδεολογίες, κοινωνικές αξίες, θεσμούς, ειρωνεία για καθετί το συμβατικό»· επίσης εριστικότητα, οργή, σαρκασμός, περιφρόνηση και «το ωμά ρεαλιστικό της γλώσσας». Αυτοί «σημαδεύονται… από το άγχος που παράγει η άνιση ανάπτυξη του βιομηχανικού πολιτισμού και από την αγωνία που κυριαρχεί στην καθημερινή ζωή των μεγαλουπόλεων» (16-17, 23-24).

2. Σύμφωνα με τον Α. Ζήρα οι νέοι αυτοί «ποιητές» στιλιτεύουν κάθε κατεστημένο, κάθε κυριαρχούσα πολιτική ιδεολογία, κάθε ορθοδοξία. Επίσης, «μεταχειρίζονται χωρίς κανένα σεβασμό» οικογένεια, ανθρώπινες σχέσεις, πολιτική, έρωτα, πατρίδα, κοινωνική ιεραρχία, οικονομική πρόοδο, παραδοσιακούς θεσμούς, αστικές ή άλλες ταξικές καταβολές. Κι έχουν «την αίσθηση της φθοράς, της μοναξιάς, του άγχους και του θανάτου» (24-25).

Αλλού όμως λέει πως σε ορισμένους «προεξάρχει το πολιτικό στοιχείο… [ενώ σε άλλους] προεξάρχουν τα ατομικά βιώματα και ο ερωτικός λόγος»

Αλλά σε πολλούς βρίσκονται όλα αυτά τα στοιχεία (30).

Εντούτοις, όπως δηλώνει ο Α. Ζήρας, «δεν ξεχωρίζει κανείς καθαρά το ύφος του ενός ποιητή από τον άλλο» (σ30).

Κι αυτό είναι μια οδυνηρή αλήθεια. Διότι, ενώ το οπισθόφυλλο μας λέει πως τα κείμενα «μαρτυρούν… την υψηλή ποιότητα της νεοελληνικής ποίησης», αυτή η ομαδική ταυτότητα ύφους καταδείχνει μια αγελαία, μαζική παραγωγή, κατ’ εμέ, καθόλου καλλιτεχνική ποιητική τέχνη.

3. Αυτά όλα τα γνωρίσματα περί αμφισβήτησης ή οργής και απόρριψη παραδοσιακών αξιών (θρησκείας, πολιτικής, κατεστημένου, ιεραρχίας, έρωτα κλπ) είναι πόζα κι όχι γνήσια αισθήματα βασισμένα σε βιώματα πραγματικά. Διότι αυτές οι αξίες έχουν αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα σε κάθε περίοδο, σε κάθε καθεστώς.

Κατά τον Α. Ζήρας, π.χ. ο Λ. Πούλιος είναι «πολιτικός ποιητής» που τον κατέχει «οργή απέναντι στο κοινωνικό σύστημα… [κι] επαναστατικό λόγο» (34). Αλλά στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει πολλή οργή κι επαναστατικότητα στην ποίηση του Πούλιου (ή άλλου) – και όταν υπάρχει είναι κακοφορμισμένη ποιητική: πάλι πόζα.

Δρόμοι της συνοικίας. Δρόμοι μαστιγωμένοι

από πίσσα και αίμα (!!!).

Πώς στην ευχή μαστίγωσαν τον δρόμο η πίσσα και το αίμα;… Είναι μια εύκολη φράση για ένα τεμπέλικο μυαλό που δεν εμβαθύνει, μα επιβάλλει ετσιθελικά μια δική του φαντασιακή εικόνα στην πραγματικότητα .

Όμοια ανικανότητα εμφανίζεται παντού όπου επιχειρεί κάποια μεταφορά:

Σιωπή όμοια με θάλασσα, όπως όλα τα ποτάμια

ξαναγυρίζω σε σένα. Χύνομαι στ’ αφρισμένα σου πόδια (!!!).

Η θάλασσα σίγουρα έχει αφρό, μα όχι η σιωπή! Και ούτε η θάλασσα ούτε η σιωπή μπορεί να έχει «αφρισμένα πόδια». Τεμπελιά και κακογουστιά!

4. Κατά τον Α. Ζήρα πάντα, ο Γ. Κοντός είναι «ένας από τους κατεξοχήν σωματικούς ποιητές» (ό,τι κι αν σημαίνει εδώ «σωματικός ποιητής») που αφού αφομοιώσει διάφορους «ποιητές» (μετριότητες: Σαχτούρης, Παπαδίτσας, Σινόπουλος) μετατρέπει τις επιδράσεις τους σε «υπαρξιακή μόνωση» κι «ερωτικές διαψεύσεις».

Κι αυτές οι κρίσεις αρλούμπες είναι. Συλλογιστείτε:

Τυφλοπόντικες στίχοι σκάβουν λαγούμια.

Βγάζουν για λίγο το ρύγχος έξω. | Κοιτάζουν. |

Τρομάζουν και ξαναχώνονται στο χώμα.

Και ναι μεν οι τυφλοπόντικες βγάζουν το ρύγχος μα αν οσφριστούν κάποιο καρπό (μήλο, ρόδι, αμύγδαλο κλπ) κι αν δεν υπάρχουν απειλητικά όντα σπεύδουν να τον φάνε. Αν υπάρχει απειλή, τότε, ναι, ξανακρύβονται.

Πώς όμως ισχύει για τους στίχους η παρομοίωση αυτή;

5. Υπάρχει το γεγονός της Αντικειμενικής Αντιστοιχίας και ο ετσιθελισμός.

Η Αντικειμενική Αντιστοιχία παράγει ποίηση. Ο ετσιθελισμός παράγει προσποίηση και παραποίηση.

Το ίδιο πρόσωπο, ο Ντίνος Σιώτης, γράφει και τη μια και την άλλη στο ίδιο κείμενο:

Δεν άντεξαν την τόση καταδίωξη από τον καθημερινό τους θάνατο –

όπως έχουμε κάποτε/συχνά την αίσθηση πως μας καταδιώκει ο θάνατος καθώς περνά ο χρόνος κάθε μέρα: ναι, έχει την ποιότητα της ποίησης. Μετά όμως –

Και βγήκαν στα μπαλκόνια | να ασκηθούν |

σε νέα άτρωτα σχήματα προφύλαξης.

Εδώ βρίσκουμε σκέτη πρόζα με μια αοριστία γεμάτη στόμφο που δεν βοηθά καθόλου να γνωρίσουμε ή νιώσουμε τα «σχήματα προφύλαξης». Προσποίηση!

Δυστυχώς οι γραμμές ποίησης είναι ελάχιστες, σχεδόν ανύπαρκτες στον τόμο αυτό!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *