132. Ποίηση: Ακρισία (Δ’): Τ. Καρβέλης (2)

132. Ποίηση: Ακρισία (Δ’): Τ. Καρβέλης (2)

- in Ποίηση
0

1. Στο προηγούμενο άρθρο εξέτασα την προσέγγιση του Τ. Καρβέλη στον Σεφέρη κι εδειξα πως δεν διαβάζει ορθά τα κείμενα (ή, τέλος πάντων, τα φιλτράρει μέσα από δικές του προκαταλήψεις) και πως αδυνατεί να αξιολογήσει την υπαινικτικότητα των στίχων και των σχημάτων λόγου.

Το ίδιο παρατηρεί ο προσεκτικός αναγνώστης και στις άλλες προσεγγίσεις αυτού του συγγραφέα. Το ενδιαφέρον του εξαντλείται με μια μηχανική ανάλυση της δομής ενός ποιήματος και μια περιγραφή θεματολογική.

Σήμερα παίρνω για δεύτερο παράδειγμα την προσέγγιση στον Ρίτσο, τη στιχουργική του οποίου έχω εξετάσει εκτενώς σε προηγούμενα άρθρα.

Ο ΤΚ σχολιάζει ένα απόσπασμα από το Ρωμιοσύνη (γραμμένο 1945-47). Σε αυτό βρίσκει πως ο Ρίτσος εισάγει ένα αγωνιστικό παρόν κι εστιάζει με “μνήμη φυλετική” στους αγώνες των ελλήνων για ελευθερία (αγνοώντας το γεγονός πως οι κομμουνιστές ήθελαν να καθυποτάξουν τη χώρα στη Σοβιετία του Στάλιν).

Βρίσκει επίσης κάτι το επικό και αντίλαλους από το δημοτικό τραγούδι και τους σύγχρονους υπερρεαλιστικούς τρόπους.

Αυτά όλα είναι ανούσια φληναφήματα άσχετα με την ποιητική, διότι αυτά τα θέματα τα πραγματεύεται και ο πεζογράφος ενώ πουθενά δεν δίνει “αντίλαλους” από δημοτικό τραγούδι και υπερρεαλιστές.

2. Εγώ θα πάρω μόνο τις πρώτες 10 γραμμές από τις 45 που εξετάζει ο ΤΚ.

Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό, | αυτές οι πέτρες

δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα, | αυτά τα πρόσωπα δεν βολεύονται

παρά μόνο στον ήλιο, | αυτές οι καρδιές δεν βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο. ||

Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή, | σφίγγει στον κόρφο του

τα πυρωμένα του λιθάρια, | σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του

και τ’ αμπέλια του, | σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως. |

Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο. ||

Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κι οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου. |

Ορθά ο ΤΚ επισημαίνει την επανάληψη της πανομοιότυπης σύνταξης στις 4 πρώτες γραμμές όπου «ο ποιητής εκφράζει την ψυχική του ένταση». Μα η ψυχική ένταση, απεναντίας, εκφράζεται σε ξεσπάσματα ακανόνιστης, σπασμωδικής εκφοράς.

«Ο λόγος του ποιητή» συνεχίζει ο ΤΚ, «λειτουργεί με σύμβολα». Έτσι τα δέντρα και οι πέτρες και ο ουρανός αντιπροσωπεύουν (συμβολίζουν;) το φυσικό τοπίο. Αντιπροσωπεύουν ή είναι το τοπίο;…

Μετά εξηγεί πως «τα δέντρα θέλουν άπλετο ουρανό, τα πρόσωπα ήλιο, οι πέτρες θέλουν ελευθερία (!), οι καρδιές δικαιοσύνη». Ναι, ορθά, μα πώς μπορεί να περιοριστεί ο ουρανός για τα δέντρα και είναι αλήθεια πως τα πρόσωπα, οι Έλληνες, θέλουν τον ήλιο (εκτός, βέβαια, από τα καλοκαίρια που λιάζονται στις παραλίες) ενώ άλλοι δεν τον θέλουν;

Δεν είναι κάπως γελοίο να λέει ο Ρίτσος (και να το αποδέχεται ο ΤΚ) πως οι πέτρες δεν βολεύονται (κάτω από ξένα βήματα);… Ναι, προσποιούνται οι πέτρες, μα δεν πείθομαι πως δεν βολεύονται κάτω από ξένα (ή οποιαδήποτε άλλα) βήματα, δρασκελίσματα ή και λαχτίσματα. Ποτέ δεν εξεγέρθηκαν ή παραπονέθηκαν. Χρησιμοποιούνται ως «σύμβολα» εντελώς αυθαίρετα.

3. Οι γραμμές 5-10 δείχνουν τη συνηθισμένη κακοτεχνία του Ρίτσου.

Το τοπίο, λέει, είναι σκληρό σαν τη σιωπή. Τώρα πώς είναι σκληρή η σιωπή; Είναι σκληρή όντως η σιωπή;… Η δε σκληρότητα εκδηλώνεται στο ότι δεν έχει νερό – αν και έχει δέντρα, ελιές, αμπέλια.

Σφίγγει, συνεχίζει, στον κόρφο του τα λιθάρια πυρωμένα. Και τι μ’ αυτό;

Μετά όμως, πώς είναι «ορφανές» οι ελιές;… (Ο ΤΚ βλέπει εδώ φτωχή βλάστηση.) Και ποια «δόντια» σφίγγει το τοπίο; Δηλαδή με τι ακριβώς αντιστοιχούν αυτά τα σφιγμένα δόντια;… (Εδώ ο ΤΚ βρίσκει πως «η σκληρότητα… ολοκληρώνεται πυκνά και παραστατικά!!»)

Μετά πάλι, ο δρόμος μπορεί να χάνεται στο φως (ωραία παραδοξολογία) μα πώς, ακριβώς, και τι σημασία έχει που ο ίσκιος της μάντρας θαυματουργά γίνεται σίδερο;

Η τελευταία γραμμή δείχνει πάλι κακοτεχνία και παραλογισμό. Ναι, τα δέντρα μπορεί να «μαρμάρωσαν» μεταφορικά (έχουμε δει δέντρα γλυπτά σε μάρμαρο και δέντρα πετρωμένα)· Μα οι φωνές, ήχοι κυματιστοί στον αέρα, πώς μαρμαρώνουν;

Και ο ΤΚ εξηγεί «με το να τα λούζει ο ήλιος (μια ακόμα μεταφορά) παρουσιάζεται σα να τα ασβεστώνει· ασβέστης είναι το φως του ήλιου». Άραγε δεν βλέπει πως αυτό το λέει ο Ρίτσος «στον ασβέστη του ήλιου»! Γιατί όμως ασβέστης; Πάνω σε αυτό ο ΤΚ δεν λέει τίποτα.

Ναι, ο ασβέστης καίει όπως μπορεί ντάλα καλοκαίρι να καίει και ο ήλιος. Μα ο ασβέστης είναι άσπρος, ενώ τίποτα σε όλο το τοπίο (ίσκιος μάντρας, δρόμος, ελιές, αμπέλια, λιθάρια) δεν είναι άσπρο.

4. Προφανώς ο ΤΚ δεν έχει μελετήσει τη Νέα Κριτική (στην Αμερική κι Ευρώπη) και τα παρακλάδια της που απαιτούν ενδελεχή και λεπτομερή εξέταση κάθε λέξης στο κείμενο και τη σχέση της με το σύνολο – παρότι την αναφέρει (σ30-33).

Αλλά πάνω από όλα δεν γνωρίζει τίποτα περί Αντικειμενικής Αντιστοιχίας όπου υπάρχει στην παρομοίωση, στη μεταφορά, στην προσωποποίηση, στην υπερβολή κλπ, κάποια αντιστοιχία ή συσχέτιση μεταξύ λέξης και πραγματικότητας.

Δεν υπάρχουν «πράσινα άλογα» ούτε «λαγοί με κέρατα» (έξω από τη μυθολογία ή το φούντωμα φαντασίας).

Είναι κρίμα τα παιδιά, οι φοιτητές και οι νέοι γενικά να μη διδάσκονται τα απλά στοιχεία της προσέγγισης στην ποίηση.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may also like

119. Ψυχολογία: Πατέρας και γιος

Κάποιος Mandira Shrestha (ινδικό όνομα) ανάρτησε Δεκέμβριο 2021