Π252: Γιατί γράφουνε;

Π252: Γιατί γράφουνε;

- in Ποίηση
0

Όλα πλαστά με μια προσπάθεια να δοθεί αμφισημία και βαθιά σημασία. 

Έχω τέσσερις τομίσκους ποιημάτων του 1971, 1984, 2004 και 2020. Δεν βρήκα ούτε ένα ποίημα που να θέλω να ξαναδιαβάσω ή έστω να μου έδωσε κάποια μικρή ικανοποίηση. Δεν βρήκα ούτε δύο γραμμές που να ικανοποιούν προδίδοντας κάποια ποιητική κλίση.

Πώς μπορεί να ‘ναι όνειρο/ πώς μπορεί να ‘ ναι ψέμα/

αυτό που είναι του κορμιού μου/ αυτό που είναι της ψυχής μου/

αυτό που πέρα κι από μένα/ του ίδιου του Λαού μου είναι ιστορία… (σελ. 15).

Έτσι γράφει ο Γ. Νεγρεπόντης Φυλάττειν Θερμοπύλας Καλειδοσκόπιο, 1971 και στη σελίδα 20:

Α, αυτός ο παγερός/ αέρας της αμφιβολίας/ δεν μ’ αφήνει/

τρώει τις σάρκες μου/ γδέρνει το μυαλό μου/ το χρόνο μου/ απογυμνώνει.//

Στο πρώτο η επανάληψη (πώς μπορεί, αυτό που είναι) πάει να τονίσει σπουδαιότητα μα ποιος συγκινείται ή τον πιστεύει καθόλου; Στο δεύτερο έχουμε εικόνες τρομερού αέρα αμφιβολίας (τρώει, γδέρνει) που πάλι όμως δεν πείθουν καθόλου.

Το 1984 (εκδ. Σόκολη) ο Μ. Περαντώνης γράφει Στις Κόκκινες Λίμνες (σελ. 18)

Μ’ ένα γλάρο στην καρδιά/ περπατώ στων λουλουδιών τ’ ακροπέταλα,/ Η κεφαλή μου καίγεται/ στον έναστρο χώρο/

Τεράστιες ελιές τα χέρια μου,/εκτινάζουν τα σπέρματα/ στις μήτρες των οριζόντων.//

Μπορεί να νιώθει πως η καρδιά του χτυπά κι ανυψώνεται σαν γλάρος, μα πολύ δύσκολα τον φαντάζομαι να περπατά σε ακροπέταλα τη νύχτα (έναστρος χώρος λόγω σχημάτων λουλουδιών;). Και τα τεράστια χέρια σαν ελιόδεντρα να εκτινάζουν σπέρματα (ελιές;) στους ορίζοντες είναι ακόμα πιο δύσκολο να τα φανταστώ!

Η κα Στέλλα Αρκάδη έγραψε Ποιήματα των Αγαπημένων (Εριφύλη 2004).

Μπαίνεις στο δωμάτιο να μου φέρεις λουλούδια/ Ζαρώνω στον

καναπέ. Πάνω στο νεκρό/ πέτο μου είχες αποθέσει ένα μαγιάτικο/

τριαντάφυλλο εκεί που φύτρωνε η καρδιά/ βυθίστηκε για να σαπίσει/ Δεν θυμάμαι από που ήρθες – σώμα κινδύνου.

Όλα πλαστά με μια προσπάθεια να δοθεί αμφισημία και βαθιά σημασία. Μα τελικά μένει μόνο η εντύπωση ασυναρτησίας παρά το θέμα των λουλουδιών. Π.χ. γιατί να κόβονται τα επίθετα “νεκρό” και “μαγιάτικο” από τα ονόματα στην επόμενη γραμμή;

Τελευταίος ο Γιάννης Δούκας με ένα εξάστιχο από το “Κέρινα Ομοιώματα”: το αφιέρωσε στην Jade Goody που έπασχε από καρκίνο και πέθανε καθώς έπαιζε στο Big Brother (ζωντανή μετάδοση).

Πάλι μιλάς με την οθόνη/ Που σε κοιτά και διορθώνει/

Τα πρόσωπα, τα σώματα/ Κι εκεί που αδειάζει ο καμβάς/

Όλα παγώσανε με μιας/ Κέρινα ομοιώματα.//

Είναι η τελευταία στροφή όπου ίσως μιλάει για τον θάνατο της γυναίκας και όλα “παγώσανε”. Ίσως να θέλει να μεταδώσει κάτι τραγικό και φιλοσοφικό. Μα η ρίμα και ο ρυθμός δίνουν έναν τόνο ευτράπελο. Όντως μιλάς με την οθόνη που “σε κοιτά και διορθώνει” μα εδώ μετά γίνεται μυστηριωδώς “καμβάς”. Δύσκολο με τέτοια δομή και σύντομους στίχους να γράψεις κάτι σοβαρό. Ίσως δεν καταλαβαίνω.

Τελικά γιατί γράφουν “ποίηση” όλοι αυτοί; Τη διαβάζει κανείς πια;

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *