89. Ποίηση: Νέοι Στιχοπαραγωγοί 5: 30 έως 30, (Β’)

89. Ποίηση: Νέοι Στιχοπαραγωγοί 5: 30 έως 30, (Β’)

- in Ποίηση
0

από τον Νικόδημο

1. Ελάχιστα είναι τα καλά ποιήματα στην εποχή μας, καταπληκτική όμως η κακή γραφή που περνά για ποίηση. Υπάρχουν διάφορες μορφές κακοτεχνίας ή ανοησίας στη σύγχρονη στιχοπαραγωγή.

Τις συνοψίζω σε τρεις γενικές κατηγορίες, αν και κάποιος πιο σχολαστικός μπορεί, όπως έχω κάνει κι εγώ στο παρελθόν, να βρει περισσότερες. Είναι η ασυναρτησία, ο εξυπνακισμός και η προσποίηση.

Αυτές οι εκδηλώσεις κακοτεχνίας βρίσκονται σε αφθονία στους 30 που επέλεξαν οι Ντίνος Σιώτης και Γιώργος Μπλάνας. Από τους 30 ξεχωρίζω τις κοπέλες Μαρία Κατσοπούλου κι Εύα Μπούκλη και τους άντρες Στράτος Κοσσιώρης, Νίκος Νησίδης, Πασχάλης Χριστοδουλίδης και Χάρης Ψαρράς. Αν αυτοί γράψουν λιγότερα και διορθώσουν πολύ περισσότερο, θα παράγουν ίσως καλή ποίηση. Οι άλλοι όλοι δεν φαίνονται να έχουν αυτή τη δυνατότητα: θα πρέπει να αλλάξουν ριζικά τη νοοτροπία και τις αξίες τους.

2. α) Παίρνω π.χ. του Δ. Αθηνάκη (σ 14) «Η επίφαση της τάξης»:

Γλείφω το νερό που τρέχει από σπασμένες /σωληνώσεις, / 

βάζω τη γλώσσα μου στα λάστιχα του / θερμοσίφωνα…

Ούτε ποίηση ούτε καν πρόζα καλή είναι τέτοια γραφή. Κάνει κανείς τέτοια πράγματα έστω και στη φαντασία του;… Στη σ 16 γράφει:

Τα νύχια μου μεγαλώνουν· φτάνουν στο ταβάνι.

Τα τρυπούν και μπαίνουν μέσα νερά.

Αυτή είναι προσποίηση πως εδώ υπάρχει κάποια σοβαρή εμπειρία της ζωής.

β) Ο Ζ. Δ. Αινάλης γράφει με όμοια τάση προσποίησης (σ 19):

Κι όμως δεν πέθανα / εκτοπίστηκα στο βάθος της πιο 

μικρής σχισμής / στον πιο απρόσμενο από τους τοίχους του σπιτιού μου /

από κει στέλνω στην Ρώμη επιστολές γεμάτες παράπονα /

τους Καίσαρες κωλογλύφοντας / τις νύχτες κρυφά…

Μα το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ο εξυπνακισμός (σ 20):

σκοτώνω την ώρα μου / εκτοξεύοντας / με συνετήν διαχείρηση

και οικονομία / κόκκους άμμου / στο περιβάλλον /συρματόπλεγμα /

για δυνητικές ελέγχοντας / μελλοντικές / ηλεκτροπληξίες.

Επίσης –Επανεφευρίσκω τη γλώσσα μου

που όταν φυσάω γεννιέται θάνατος / η ανάσα μου /

αναφλέγομαι τα φωνήεντα / που πλάθω πυρίτιδα.

Συμβολισμός, ίσως· μα περισσότερο ασυναρτησία.

3. Προσποίηση κι εξυπνακισμό προσφέρει και η Κ. Αυγέρη (σ 28):

Προτίμησαν τον κανιβαλισμό του έρωτα από το

θάνατο της πραγματικότητας.

Δηλαδή με τη σοφία της μας λέει πως στον έρωτα (κανιβαλισμός) ο ένας τρώει τον άλλο, ενώ αυτό είναι εγωισμός, όχι έρωτας. Και η πραγματικότητα, δηλαδή η καθημερινότητα που όλοι ξέρουμε, είναι «θάνατος»!

Η Αυγέρη εκδηλώνει και μια φοβερή υπεροψία, όπως (σ 29): –

Προσωρινές αποδράσεις / σε νυχτερινές εξόδους πνιγμένες

στο ποτό / με ξεχασμένες συντροφιές του χειμώνα.

Λίγο δύσκολο οι «αποδράσεις» να είναι «πνιγμένες» στο ποτό. Μα η αφ’ υψηλού θεώρηση της ζωής οδηγεί και σε τέτοια ελαττώματα (απουσία ΑΑ).

Η Α(ντικειμενική) Α(ντιστοιχία) απουσιάζει και από τον Ν. Βιολάρη που νομίζει πως σπασμένες γραμμές κλιμακωτές κάνουν ποίηση. Γράφει (σ 33):

όχι πια τίποτα / στα χέρια δεν έμεινε /

παρά τα οστά / κάποιου ρόδου.

Ο Γ. Γκιόκας επίσης χάνει την επαφή με την ΑΑ (σ 35):

Ο ήσυχος παράφρονας σκορπιός / Αγχώδης αναδύεται

Απ’ τα σπλάχνα της κινούμενης άμμου / και σφάζει τον μελένιο αέρα.

Υπερφόρτωση επιθέτων «ήσυχος, παράφρονας, αγχώδης» σκορπιός· μετά «κινούμενη» και «μελένιος». Αλλά πώς «σφάζει» ένας σκορπιός τον αέρα;… Με τη «σπλάχνα» επιχειρεί να κάνει ζωντανό πλάσμα και την άμμο.

4. Η ασυναρτησία «καλά κρατεί» στον Αλ. Δαμουλιάνο (σ 40):

μεταξένια οίηση που μας σκεπάζει στις όχθες

των σφαγμένων αγγέλων. /

Ή στη σ 41- δυο γλάροι με λευκές κελεμπίες πνίγουν τα 

παρθένα παιδιά τους. /

Ομοίως ασυνάρτητα γράφει ο Ν. Ευαντινός (σ 46):

Ρομφαίες που αποκεφάλισαν το χρόνο οι 

ουρές των αστεριών. /

Και σ 49:Ερωτευμένος βαθιά με τα ψάρια που τραγουδιστά

πετούνε με ακλάδευτα πτερύγια στα σπλάχνα μου. /

Σουρεαλισμός ίσως – όπου η ασυναρτησία είναι κοινό γνώρισμα.

Όμοια και η Έφη Πυρπάσου (σ 102), δίχως σουρεαλισμό.

ν’ ανεμίζει το στήθος σου / πάνω σε πέλαγα

τόσο παλιά / που μόνο αυτά σε θυμούνται

και με σουρεαλισμό (σ 105):

ένα μάτι ανασαίνει βιαστικά να παγώσει τον κόσμο.

Προσωποποίηση του ματιού (ανασαίνει) και δύναμη (βιαστικά) να παγώνει!

Όμοια και η Ε. Τζατζιμάκη με κάπως διαφορετικό τρόπο (σ 117):

κι ας έχεις τον κίνδυνο / ν’ αφαλατίζεις τις πληγές /

και το μεγάλο δικαίωμα / να τις θυμάσαι εξολοκλήρου /

– όπου ολόκληρο το όλον μισό / έναντι / του κάποιου υπόλοιπου. /

5. Επανέρχομαι στον ατόφιο εξυπνακισμό με τον Β. Ζηλάκο (σ 50):

Πώς υπογραμμίζεται η μνήμη των πουλιών;

Έλα ντε, «Πώς»; Και στη σ 51 –

όταν οι άνθρωποι πάψουν με εικόνες να μιλούν /

όταν τα δέντρα τη λύπη και τη χαρά δεν θα ονομάζουν /

τότε η κόλαση θα μας ανήκει.

Και ο Κ. Συφιτζόγλου (σ 113) με λίγη ασυναρτησία: –

Κάτω από το σακάκι / ένα όπλο πάντα / μια δεύτερη ευκαιρία /

μια δεύτερη καρδιά / για να σκοτώσεις το χρόνο /

θα ρωτήσεις / όχι ακριβώς.

Και ο Β. Τσιρώνης θέλει να κάνει το κοινότυπο έξυπνη ποίηση (σ 123):

Να ζεις με την αρρώστια τελικά / είναι το πιο σκληρό.

Έχει όμως και τις άλλες αμαρτίες της κακοτεχνίας (σ 122):

μίλα μου για τραχειοτομή της άνοιξης /

και την ηγουμένη των πανθήρων /…

Άσε τις ιστορίες που βλασταίνουν από το[ν] αφαλό / να ανθίσουν.

Ή σ 125: – Το μέλλον σου σαν κλάμα παιδιού / θα σε παρασύρει μακριά.

6. Ας κοιτάξουμε και τις λίγες αρετές.

Η Κατσοπούλου γράφει απλά και συγκεντρωμένα (σ 56):

Είμαι ερωτευμένη / με τη φωνή του Bowie

με τη θλίψη του Καρυωτάκη / και με σένα. /

Ούτε ο Bowie ούτε ο Καρυωτάκης μου αρέσουν, μα συμπαθώ αυτήν την έκφραση.

Ο Κοσσιώρης έχει κάποια έμπνευση (παρά την πεζότητά του αλλού):

Δούλευες εκείνη τη μέρα / κι ήσουν κουρασμένη /

θ’ άπλωνα την ψυχή μου / να κοιμηθείς. / (σ 64)

Η Μπούκλη επίσης (σ 83):

Πες μου σε σφίγγει σα στηθόδεσμος / η μαραμένη κερασιά;

Πολύ συνεκτική η παρομοίωση – το ξαφνικό αίσθημα θλίψης ή απογοήτευσης. Και σ 84:

Αιώνες πλάνης οδοστρώνουν τις θλίψεις.

Γενικεύει σωστά: οι ψευδαπάτες στρώνουν τον δρόμο για θλίψεις.

Για τον Νησίδη έγραψα και στο προηγούμενο. Επιπλέον όμως (σ 89):

στιγμές που πηγάζουν από το ποτέ / και φτάνουν εδώ /

και όλα γίνονται αιώνια / για μια μόνο στιγμή. /

Οι γραμμές είναι κομμένες επακριβώς για τις φράσεις  που δηλώνουν γνήσιο αίσθημα.

Και η Πυρπάσου έχει μια ωραία εικόνα (σ 102):

και να προχωρείς μέσα σε τόση ερημιά / που να μπορούν να

ευδοκιμήσουν / όλες οι πιθανότητες./

Αλλού δυστυχώς βρίσκουμε και όλα τα γνωρίσματα της κακοτεχνίας. Όπως στη σ 103:

«κι εκεί να ορίζεις ένα άδυτο / απελπισίας φωτεινής» (βλ και §4).

Ο Χριστοδουλάκης γράφει πάλι με απλότητα (σ 127):

Δεν ψάχνω τα δύσκολα / στην Ποίηση. / Τα βρίσκω στη ζωή./

Και αλλού (σ 129):

Το βάρος των λέξεων / ολοένα αλαφραίνει. / Αν θα τις

σώσουμε / πρέπει να μετοικίσουμε / στον Ήλιο.

Με πεζά λόγια, ας αφήσουμε τα σκοτεινά και ψυχοπλακωτικά για τη χαρά και λιακάδα.

7. Πράγματι δεν βρίσκω στις 120 σελίδες του 30 έως 30 καμιά άλλη αξιόλογη γραμμή. Είναι μερικοί ακόμα που θα έπρεπε να συμπεριληφθούν στα §2-5, μα το άρθρο θα μεγάλωνε χωρίς να προσθέσει κάτι σημαντικό. Τελειώνω με τον πέμπτο που θα μπορούσε να λουλουδίσει.

Ο Ψαρράς γράφει και ελεύθερο στίχο και παραδοσιακή φόρμα (σ 130):

οι εργάτες / … / τίποτα δεν χτίζουν /

μην και ξυπνήσουνε την κοιμωμένη του σπιτιού /

Και κλείνω με το «Η Καταιγίδα του Τζορτζιόνε» (=πίνακας Αναγεννησιακός) στη σ 132:

Στην «Καταιγίδα» ας μείνουμε ωστόσο, έχει την όψη

του αινίγματος που είναι η ζωή.

Είναι τα αινίγματα που τρέφουνε τους μύθους

και δίνουν στις εμπνεύσεις μας πνοή.

Βέβαια, η έμπνευση μόνη δεν θα δώσει καλή ποίηση. Θέλει και δουλειά.

Δείτε όλα τα άρθρα της σειράς “Ποίηση”.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

You may also like

Ε1480: Ηγέτες δειλοί και ηλίθιοι

Δεν είναι μόνο οι Έλληνες αναρχοαριστεροί και φρενιτικοί