48. Ποίηση: I. Γρυπάρης, K. Χατζόπουλος

48. Ποίηση: I. Γρυπάρης, K. Χατζόπουλος

- in Ποίηση
0

1. Σε αυτούς τους δύο, Γρυπάρη και Χατζόπουλο, υπάρχουν πολλά δάκρυα, πολλή θλίψη, πολύς πόνος. Μα όλα είναι προσποίηση στο άρρωστο πια ρομαντικό κλίμα της εποχής.

Ο Ιωάννης Γρυπάρης (1870-1942) έγραψε πολλά σονέτα και άλλα ποιήματα (Ιντερμέδια, Ελεγεία) που, δυστυχώς, δεν προσφέρουν έστω και μια στροφή αξιόλογη. Οι κριτικοί και φιλόλογοι γράφουν για “περίτεχνα σμιλέματα” και τέχνη του “συμβολισμού” μα η απλή αλήθεια είναι πως ελάχιστα κατορθώνει να γράψει εκτός θλίψης: αλλά και τότε ακόμα θα εισαγάγει κάπου, κάπως, πόνο, θάνατο ή μια άκαρδη Μοίρα που έχει μόνο της έλεος τη λήθη. Στα “Ιντερμέδια” διαβάζω –
Γιατί η χαρά, η λίγη μας χαρά / σε λύπη θα μας βγάλη.
σαν σύγνεφον η θλίψη μας εσκέπασε / και γέρνομε στη θλίψη το κεφάλι.

Εδώ δεν διαπιστώνουμε μόνο τη θλίψη ως στοιχείο διάχυτο στη θεματολογία του Γρυπάρη. Βλέπουμε και απόψεις της τεχνικής του. Μια κοινότοπη παρομοίωση (σαν σύγνεφον…), επανάληψη (θλίψη… θλίψη) και μηχανική φροντίδα για μέτρο και ρίμα. Σε άλλο “Ιντερμέδιο” πάλι, ενώ στον ουρανό “σύννεφα περνούνε” –
Μες στης ψυχής τις άσπρες καταχνιές /κάτι θολά φαντάσματα περνούνε (!).

Πάλι έχουμε την επανάληψη του “περνούνε” (κι άλλες δυο φορές στην τρίτη στροφή!). Τώρα όμως έχουμε και τις αοριστίες “άσπρες καταχνιές” και “θολά φαντάσματα”!

2. Βρίσκουμε τα ίδια θέματα, το ίδιο κλίμα, όμοιο λεξιλόγιο και όμοια αδυναμία για κάποιο ζωντανό σχήμα, κάποια φρέσκα εικόνα, και στα “Σονέτα”. Το “Ροδόπη” ξεχωρίζει από τη γενικότερη ατμόσφαιρα, μα κι αυτό δεν ξεφεύγει από τα κοινότοπα:
Μα η Ροδόπη ξέφωτη στυλώνει την κορφή της
μεσουρανίς· κι απάνω της ωσάν δροσοσταλίδα
σε φύλλα ρόδου, ο στερνός γυαλίζει Αποσπερίτης.

Οι λέξεις ‘δρόσος’ και ΄ρόδο’ παρουσιάστηκαν δυο φορές η καθεμιά νωρίτερα στο σονέτο. Τώρα, όμως, είναι φανερό πως ο ΙΓ δεν είδε ποτέ τέτοια σκηνή. Έστω και λουσμένο στο ηλιόφως της ανατολής, ένα βουνό, έστω κι από μακριά δεν μοιάζει με ‘φύλλα ρόδου’ και ο Αυγερινός (ο Αποσπερίτης είναι η βραδινή μορφή) δεν μοιάζει, καθώς σβήνει αχνός, με “δροσοσταλίδα”.

Το ώριμο “Απόβροχο” δεν δείχνει ούτε την ελάχιστη βελτίωση.
Τη νύχτ’ απόψε – η θλίψη της μ’ ανάστησε η τρανή
τη θλίψη μας σα να είχε μελετήσει –
τη νύχτ’ απόψε ανοίξανε οι έβδομοι ουρανοί
και πότισε νερό κατακλυσμός τη χτίση.

Βλέπουμε την επανάληψη των “νύχτ’ απόψε” και “θλίψη” που επαναλαμβάνουν και στην επόμενη στροφή! Άγνωστο, γιατί η θλίψη είναι “τρανή” γιατί “ανοίξανε οι έβδομοι ουρανοί”. Ήξερα πως υπήρχαν επτά ουρανοί, όχι όμως πως ο έβδομος ήταν πολλοί. Και ο κατακλυσμός πάντα συνεπάγεται νερό, οπότε η μνεία του τελευταίου είναι πλεοναστική – όπως όλα.

3. Ο Κώστας Χατζόπουλος (1868-1920) είναι, ως “ ποιητής”, πολύ χειρότερος. Παρά τη διάχυτη, αστείρευτη θλίψη, όμως, έχει και λίγη αισιοδοξία. Να πώς τελειώνει το “Ασ’ τη βάρκα” από την συλλογή Απλοί Τρόποι (1920).
Κι αν πικρό την ψυχή σου το δάκρυ τη ραίνη,
πάντα κάπου κρυφτή μια χαρά την προσμένει.

Η στιχουργική του μου φαίνεται πολύ κάτω του μέτριου, αν αγνοήσουμε τη ρίμα και το μέτρο. Παίρνω μια στροφή από ποίημα στη συλλογή Τα Eλεγεία και τα Eιδύλλια (1898):
Τι κλαίει, τι κλαίει η καμπάνα, / φτωχή μου μάνα;
Τι κλαίει, τι κλαίει το αέρι; /Ποιος να το ξέρει;

Η αοριστολογία είναι ισχυρό γνώρισμα της γραφής του ΚΧ:
Η ζωή μια δροσιά είναι, ένα κύμα· ας το φέρει
όπου θέλει το αέρι, όπου ξέρει το αέρι.

Η πρώτη γραμμή εδώ είναι όμορφη αλλά η ομορφιά χάνεται με τη δεύτερη, με την επανάληψη “το αέρι”.

Η τελευταία του συλλογή Βραδινοί Θρύλοι (1920) δεν μας δείχνει τίποτα καλύτερο. Στο “Ο Θρύλος της ομίχλης” διαβάζουμε: –
Γεννιούμαι απ’ τον πόνο· / κι απλώνω κι απλώνω /
κι απλώνομαι πέρα / κι απλώνομαι γύρου / σαν άχνα του ονείρου.

Δεν νομίζω να χρειάζεται σχόλιο η ανάλυση εδώ. “Το τραγούδι που κλαίει” δεν μπορώ να πω πως είναι καλύτερο ή χειρότερο όταν έρχεται το βράδυ με θολούρα –
Και το θρύλο σου λέει / σιγαλά του βραδιού, /
και τον λέει και κλαίει / σαν αχός τραγουδιού…

Το ίδιο ισχύει για το “Πέρασες” όπου πάλι έχουμε κλάμα:
Και μου είσαι το ρείθρο / που κλαίει σιγαλά /
και μου είσαι το νέφος / που φεύγει ψηλά.

Ο ΚΧ δεν φαίνεται να έχει ούτε ίχνος ποιητικής φαντασίας, αλλά, τουλάχιστον κάπως τα καταφέρνει με τις ομοιοκαταληξίες – κι αν έχει δυσκολία, απλά επαναλαμβάνει τις ίδιες λέξεις.

4. Δεν είναι πολύ εύκολο να διαλέξεις ανάμεσα σε τέτοιο γράψιμο και το σύγχρονο.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may also like

Ε1559: Εθελοντές και μισθοφόροι (2)

Δεν έχω δει πουθενά είδηση για εθελοντές να