Π38: Νίκος Καρούζος

Π38: Νίκος Καρούζος

- in Ποίηση
0

1. Γεννημένος στο Ναύπλιο το 1926 ο Νίκος Καρούζος πέθανε στην Αθήνα το 1990 αφήνοντας πάμπολλες συλλογές από το 1953 ως και μεταθανάτιες δημοσιεύσεις.

Ο κριτικός Δ. Κούρτοβικ έγραψε για την ποίηση του ΝΚ πως είναι “φιλοσοφική, θρησκευτική, μυστική, μα δεν είναι τόσο η μεταφυσική διάσταση που τη διακρίνει, αλλά μια υπαρξιακή πλησμονή, που τον ωθεί πέρα από τα όρια του εγώ, προς τη συγχώνευση με το αισθητό σύμπαν” (σ 119 Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς: ένας κριτικός οδηγός 1999, β΄ εκδ. Πατάκης). Προφανώς ο Κούρτοβικ δεν ξέρει πολλά για το “εγώ” αλλιώς θα έγραφε πως ο ΝΚ κλείνεται όλο και περισσότερο στο εγώ του και γράφει πολλά και διάφορα για απόψεις του σύμπαντος.

Κάποιος Β. Ρουβάλης μας λέει πως ο ΝΚ “προκαλεί το κοινό αίσθημα με τους ανατρεπτικούς – και κάποτε – βλάσφημους στίχους του”. Τα γραπτά του είναι “αφηγήσεις… ζωηρές στο περιεχόμενο, δηλαδή ενίοτε σκοτεινές ή φοβιστικές εκφάνσεις του εγώ, άλλοτε μικρά στολίδια” (σ 62-3, Ποιητές στη Σκιά, Πρώτος Κύκλος, 2012, εκδ Γαβριηλίδης).

Ο Π. Αρβανίτης, πάλι, γράφει πως ο ΝΚ διατηρούσε “μια πρόδηλη αντισυμβατική στάση σε σχέση με το κατεστημένο και τη δημοσιότητα”. Γι’ αυτό “ο ΝΚ έζησε, έγραψε, βίωσε στο περιθώριο και στη σκιά” (Ποιητές στη Σκιά, σ 50).

Σε μια σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία όπως η χώρα μας (παρά την επταετία της Χούντας) δεν είναι πολύ δύσκολο να έχεις ανατρεπτικές αντιλήψεις, αντισυμβατική στάση και να εκφράζεις αντιεξουσιαστικά επαναστατικά αισθήματα. Ειδικά όταν έχεις κολλήσει τον ιό της σύγχρονης σαχλαμάρας πως το κράτος μας καταπιέζει και η άρχουσα τάξη μας ρουφά το αίμα.

Στον Δ. Γκιώνη της Ελευθεροτυπίας ο ίδιος ο ΝΚ δήλωσε πως ήταν “αναρχοκομουνιστής” (28/7/1990).

Έγραψε μάλιστα ο ίδιος: “Η κρατική εξουσία μισεί τους ποιητές. Γιατί η ποίηση είναι η κορύφωση της αλήθειας μες στη ζωή και η αλήθεια δεν ευνοεί ποτέ τις εξουσίες”. Εγώ αμφιβάλω πως η κρατική εξουσία μισεί τους ποιητές: απλά είναι αδιάφορη προς αυτούς όπως και προς όλους τους πολίτες με μόνο ενδιαφέρον να διατηρήσει τον έλεγχο και τη νομή εξουσίας και πλούτου. Όσο για την αλήθεια – η αλήθεια μόνο το ψέμα δεν ευνοεί και στο κράτος και στους αντιεξουσιαστές.

Κανένας, βέβαια, από τους σχολιαστές δεν αναλύει δύο έστω γραμμές να μας δείξει την ποιότητα της ποιητικής του ΝΚ.

2. Ο ΝΚ μου φαίνεται πιο ενδιαφέρων από κάθε άλλο στιχουργό της γενιάς του. Οπωσδήποτε παράγει στίχους πολύ ωραιότερους από άλλους στιχοπαραγωγούς. Συχνά έχουν μια φανταστική φρεσκάδα, εφάμιλλη του πρώιμου Ελύτη, και κάνουν τον νου να ανοίξει με θαυμασμό και σεβασμό.

Το δέντρο βγάζει τους ανθούς· βγάζει θυσία στα κλαριά του.

Ποτέ μου δεν σκέφθηκα τα άνθη και τους καρπούς του δέντρου ως “θυσία”. Και ο ρυθμός τους, μίγμα ιάμβων και αναπαίστων, κάνει τον στίχο αξιομνημόνευτο.

πέρ’ απ’ τα νέφελα που χαστουκίζει ο ουρανός
με γαλάζια κομμάτια τρομερού φωτός –

Η ρίμα είναι σχεδόν τυχαία μα δένει τους δύο στίχους και η εικόνα είναι ζωντανή. Βλέπεις να  κινεί αργά ο άνεμος τα κομματιασμένα σύννεφα, σαν να τα χαστουκίζει ο ουρανός, κι ανάμεσά τους έντονο φως, ένα δυνατό γαλάζιο.

Και οι κορφές ξεχείλιζαν ηλιοβασίλεμα –

Εδώ το «ξεχείλιζαν» είναι τόσο παραστατικό που δεν χρειάζεται σχόλιο. Ούτε και το επόμενο:

κάθε στιγμή κερδίζεις το νόημα του λουλουδιού κοιτάζοντας
κάθε στιγμή το χάνεις…

Όταν γράφει πως “θα σωθούμε από μια γλυκύτητα/ στεφανωμένη με αγκάθια” μάλλον αναφέρεται στον Χριστό, τον οποίο συχνά μνημονεύει. Μετά,

Νύχτα εξοντωτική/…./ απαγχόνισέ μας απ’ τα άστρα –

Είναι όμορφοι τολμηροί στίχοι με αποδεχτή υπερβολή και με την υπόνοια καταδίκης μα και σωτηρίας (στον ουρανό). Πολύ διαφορετικός είναι ο τόνος στο επόμενο-

Κουβεντιάζω με τους δρόμους/ σε γλώσσα που δεν ξέρω.

Όλοι καθημερινά το κάνουμε αυτό, μεταφορικά.

3. Εκπληκτικοί στίχοι, μα μεμονωμένοι, δυστυχώς.

Όπως όλοι οι επίδοξοι ποιητές μας, και ο ΝΚ πάσχει από αστείρευτη αστάθεια. Δεν μπορεί να διατηρήσει, δεν μπορεί να αναπτύξει μια εικόνα, μια λαμπρή ιδέα, μια λεπτότερη, ζωντανή ποιότητα, πάνω από δύο, τρεις το πολύ γραμμές,

Διότι δεν τον ενδιαφέρει πρώτιστα η ποιητική. Τον ενδιαφέρει ο εξυπνακισμός, ο εντυπωσιασμός, το σοκάρισμα – προσφεύγοντας στη χρήση ανατρεπτικών, θρησκευτικών ή φιλοσοφικών αντιλήψεων.

Κι αυτός, όπως ο υπερπληθυσμός των στιχοπαραγωγών, αρχίζει συχνά με μια αληθινά και συγκλονιστικά ποιητική έκφραση – για να προχωρήσει σε άθλια ασυναρτησία. Απλό και όχι μοναδικό παράδειγμα το ξεκίνημα στο “Στον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ”:

Ένα ποτάμι τραγουδά τη νύχτα με τ’ αστέρια/ περνώντας απ’ τα
στήθη/ για ν’ αστράφτει ο θνητός αίφνης ωσάν άσπρος/ ανήφορος…(!)

Η αμφισημία της φράσης “τη νύχτα”, που είναι και άμεσο αντικείμενο του “τραγουδά” μα και χρονικός, επιρρηματικός προσδιορισμός είναι τόσο εξαίσια όσο και το “τραγουδά” που αποδίδει τον ήχο του ποταμιού που κυλά μα και το νερό που αντικαθρεπτίζει τον ουρανό με τα άστρα. Μετά έρχεται σύγχυση και απαράδεκτη, προσβλητική ανοησία. Και αυτή συνεχίζει –

Κι ένα ποτάμι σκοτεινό σαν απριλιάτικη ρομφαία
Σχίζει για πάντα την καρδιά μου/ σε βυσσινιές…

Η πρώτη γραμμή εξυπνακίζει με το κακόγουστο παράδοξο “ποτάμι-σκοτεινό / απριλιάτικη-ρομφαία”, την ασύστατη παρομοίωση (καμιά ομοιότητα σκοτεινού ποταμού με φωτεινή ρομφαία και πλατιά ροή νερού με στενό σπαθί) και την ασυναρτησία του “σχίζει για πάντα”…

Το ίδιο βλέπουμε στην αρχή στο “Οι βράχοι της Ύδρας”:

Ήμουνα ψηλά στα χαράματα όπως είναι/ ψηλά στη σιγή ο
αγέννητος αέρας….. /δεν είχα τη σκάλα να υπερβώ το στήθος/
καθώς απ το μίσχο φανερώνεται μόνο του/ και το πιο αβέβαιο
άνθος/ καθώς βγαίνει στη λευτεριά του ο ποντικός/…

Εδώ έχουμε μια σχετικά όμορφη παρομοίωση που γλιστρά στη σαχλαμάρα της σκάλας και μετά σε ασυναρτησία και το ασύμβατο του άνθους και του ποντικού.

4. Πολύ εύκολα ο ΝΚ χάνει την αίσθηση του μέτρου, του συμβατού, του έλλογου και του ωραίου.

Κι ο ψάλτης ολόσωμος ανεβαίνει το πλατάνι της φωνής.

Ναι, πρωτότυπη μεταφορά – μα και το “ολόσωμος” χαλάει την εικόνα και το “πλατάνι”. Το “ολόσωμος” υποθέτω πως σημαίνει με όλο του το είναι, ολόψυχα, αλλά σε συνδυασμό με το πλατάνι ο νους εικονίζει τον ψάλτη να σκαρφαλώνει το δέντρο… για να ψάλει! Το πλατάνι με τα μεγάλα κλωνάρια, τα πλατιά φύλλα και τη δροσερή σκιά του δεν έχει πολλή σχέση με την κλίμακα της φωνής. Αλλού μιλάει πάλι για τη φωνή –

Θα χτυπούμε το στήθος στις ακρογιαλιές της φωνής μας.

Τι είδους “ακρογιαλιές ” μπορεί να έχει μια ανθρώπινη φωνή;… Μετά

Με σίδερο που καίει θ’ αναστήσω τις πληγές/ ώστε να πέσει
το νεκρό κι αμοίραστο πουλί στην ελπίδα μου.

Πώς στην ευχή “ανασταίνονται” οι πληγές και μάλιστα με καυτό σίδηρο;… Τι είναι αυτό “το νεκρό κι αμοίραστο πουλί” και τι σχέση έχει με πληγές ή ελπίδες;… Μετά πάλι –

Χρόνια του έαρος/ ω χρόνια καπνισμένα κι ο ουρανός
αλήτευε στυφός.

Εδώ τα “καπνισμένα χρόνια του έαρος” και ο “στυφός” ουρανός είναι ή εκπληκτική επιπολαιότητα ή επιδεικτική επαναστατικότητα.

Έχουμε κι άλλα. Η παρομοίωση “μάτια σαν καρποί ευωδάτοι” για παράδειγμα δείχνει μια σύγχυση που υπονοεί πάλι επιπολαιότητα ή ρηχότητα καθώς τα μάτια μπορεί να μοιάζουν με μικρούς σφαιρικούς καρπούς δεν έχουν όμως την ευωδιά τους. Αλλού γράφει “Να γυρίζεις … με κουρελιασμένα μάτια”, όπου ακόμα κι αν έχουμε συνεκδοχή για ‘όραση’ ή μετωνυμία για ‘θεάματα’, η υφασμάτινη/χάρτινη υφή του κουρελιού δεν ταιριάζει με τα μάτια.

5. Η αστάθεια οφείλεται στην αβεβαιότητα του ΝΚ για τη φύση, τη λειτουργία και τον σκοπό της ποίησης. Με τη “φύση” εννοώ φυσικά και τα συστατικά της καλής ποίησης.

Σε όλα τα παραδείγματα που δίνω στα τμήματα §§ 3 και 4 αυτή η αβεβαιότητα είναι ολοφάνερη. Κανένας ποιητής και μάλιστα κάποιος που διατυμπανίζει πως “η ποίηση είναι η κορύφωση της αλήθειας” δεν θα θυσίαζε την αληθινή, καλή ποίηση για να φανεί ανατρεπτικός, γκροτέσκος ή σουρεαλιστικός!

Προσέξτε την ακόλουθη διατύπωση –
Σέρνοντας/ τη μεγάλη ανάπηρη σιωπή στο καροτσάκι της ομιλίας.

Ναι, πρόκειται πάλι για εξαιρετικό σχήμα (ας αγνοήσουμε τα συμφραζόμενα εδώ που είναι πάλι κακόγουστα). Αλλά το επίθετο “μεγάλη” χαλάει την εικόνα. Το προσθέτει ο ΝΚ λόγω αβεβαιότητας. Η σιωπή εκ φύσεως είναι μεγάλη, απέραντη. Αυτό που έχει σημασία εδώ είναι όχι η μεγάλη αλλά η “ανάπηρη” σιωπή. Το “μεγάλη” δεν χρειάζεται.

Ο ΝΚ έπρεπε να είχε δουλέψει πολύ περισσότερο, ζυγίζοντας, χωνεύοντας και διορθώνοντας τις εικόνες και τις διατυπώσεις του. Έγραψε πάρα πολλές συλλογές, πάνω από 25. Αν έμενε στις 10 με προσοχή στη λεπτομέρεια και αδίστακτες διορθώσεις, θα μας άφηνε πράγματι μεγάλη ποίηση. Έτσι όμως όπως είναι τα γραπτά του τώρα, είναι γεμάτα προσποίηση – ασυγχώρητη. Όπως γράφει ο ίδιος στο “Σχέδιο για το μέλλον του ουρανού” –
Ένα φως πανάρχαιο σάβανο τυλίγει δένοντας
με λάμψεις τη μουσική μου.

Ναι, υπάρχουν λάμψεις εξαιρετικής ποίησης μα το σύνολο είναι τυλιγμένο στο σάβανο της κακοτεχνίας. Κρίμα!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *