34. Ποίηση: Γιάννης Κοντός

34. Ποίηση: Γιάννης Κοντός

- in Ποίηση
0

1. Τον ΓΚ τον πρωτογνώρισα ως όνομα πριν λίγο καιρό διαβάζοντας ένα νέο στιχοπαραγωγό ο οποίος αναφέρθηκε στον ΓΚ ως “δάσκαλός μου”. Μου κίνησε την περιέργεια και τον έψαξα.

Άρχισε να δημοσιεύει το 1965 και το 1973 πήρε τη χορηγία Ford – που έχουν πάρει και άλλοι όπως π.χ. ο Ελύτης. Έχει εκδόσει 14 συλλογές και πολλά γραπτά του μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες. Το 1998 πήρε το Κρατικό βραβείο Ποιήσεως! Πέθανε πολύ πρόσφατα.

2.  Η συλλογή Τα Απρόοπτα (1975) βγήκε σε δεύτερη έκδοση το 1979. Ανοίγω σ.15 “Το τοπίο”:
Το τοπίο ήτανε πολύ ειδυλλιακό. / Μου χάιδευες το σκοτωμένο μου χέρι. /
Το μαύρο χρύσιζε στον ορίζοντα / όλο υποσχέσεις. // Η πόλη μαγκωμένη
στην ομίχλη / κρεμόταν άδειο τσουβάλι.// Νύχτα στο μισοφαγωμένο κήπο /
του πασά, μ’ενα φακό γυρεύαμε /  πεταλούδες.

Σουρεαλισμός, σίγουρα. Αλλά με φρικτή έλλειψη γούστου, έκφρασης και δημιουργικής φαντασίας. Ούτε ρυθμός υπάρχει ούτε κανένα σχήμα που να ελκύει, που να ανατρέπει ή να προβληματίζει. Ο ΓΚ έχει κάνει αρετή την κακογουστιά και την ασυναρτησία. Ιδιαίτερα εκφραστικό σκαρίφημα είναι η μαγκωμένη στην ομίχλη πόλη που κρέμεται σαν άδειο τσουβάλι.

Στη σ. 34 διαβάζω για “Το Νέο Έτος”:
Ο τοίχος άσπρος και μακρύς σαν επίδεσμος./ Σκόρπια μυαλά και χυμένη χλωροφύλλη. // Οι ξένοι τραβάνε φωτογραφίες για ενθύμιο./ Το διάφραγμα πάγωσε στον ήλιο. // Τα χέρια σου σφιγμένα / αναπνέουν με μεγάλες παύσεις.// Εδώ που είμαι ο άνεμος τρέμει / σα νερό.

Κι εδώ φρικτή έλλειψη γούστου έκφρασης και δημιουργικής φαντασίας. Στη σ. 50 είναι  “Το τελευταίο” κι εδώ ο τίτλος ταιριάζει ακριβώς. Οι τελευταίες γραμμές μας λένε : –
Ψηλαφίζεις τη γυναίκα.// Από πάνω ο ουρανός / κοιλιά ψαριού.//
Ο χρόνος σπάει τις πόρτες / και βγαίνει σε μεγάλα συμπαγή κομμάτια. (!!!)

3. Θα πρέπει να διακατέχεται από μεγάλη αλαζονεία ο ΓΚ για να γράφει όπως γράφει δίχως κανένα σεβασμό προς τη νοημοσύνη των αναγνωστών. Από την άλλη βέβαια μπορεί να ξέρει πως οι αναγνώστες του, ειδικά, μοιράζονται την ίδια χοντρόγουστη νοοτροπία.

Ίσως αν κοίταζαν πιο προσεκτικά πιο πέρα από τα «δικά» τους (και ο ΓΚ) θα έβρισκαν πως άλλοι, όχι πολλοί, γράφουν καλόγουστο, εκφραστικό, ευχάριστα αναγνώσιμο σουρεαλισμό:
Η ώρα τρεις της πίκρας / Μέσα στη μαύρη πολιτεία / Δούλοι
παζαρεύουν τη βροχή, τα δένδρα / Τον ήλιο παραλυτικό μέσα στο καροτσάκι //
Στους στενούς βρόμικους δρόμους / Πυροβολούν με το μυαλό τους οι άνθρωποι. . .

4. Το 2008, τριάντα τόσα έτη αργότερα, ο ΓΚ δημοσίευσε τη Ηλεκτρισμένη Πόλη (Κέδρος, Αθ). Ίσως να έμαθε κάτι περισσότερο. Ανοίγω στη σ.19, «Βροχερό Λονδίνο» :
Σ’αυτό το κομμάτι της πόλης που μένεις βρέχει όλο το χρόνο/
Φοράς αδιάβροχο και γαλότσες χειμώνα καλοκαίρι./ Ρυάκια νερό στη
σκέψη σου κατεβαίνουν στην καρδιά / και μία κουρτίνα βροχής σε χωρίζει από τον κόσμο. / Και ο κόσμος ποτάμι που επιστρέφει στη μαύρη
κοίτη του. / Θέλεις να βλέπεις μόνο εμένα που σου φέρνω τροφή στη
φυλακή σου. / Περνούν τα κόκκινα λεωφορεία άδεια. / Μα που πηγαίνουν όλοι ; // Πως παίζει ο χρόνος με το φως; / Γυάλινες μπάλες μοβ τα όνειρά σου / σπάνε αθόρυβα στη νοτισμένη άσφαλτο. / Στη σκάλα του καιρού κάθεσαι.

Εδώ έχουμε πρόζα κομμένη αυθαίρετα σε «στίχους» που μόλις πάει να γίνει «ποίηση» κάνει κουτρουβάλα στον σουρεαλισμό. Νομίζεις πως κάτι σοβαρό πάει να κυλήσει με τα ρυάκια νερού, μα η προσδοκία σου απογοητεύεται καθώς αδυνατείς να εικονίσεις  αυτή την ανατομία. Και η «κουρτίνα βροχής» είναι τόσο πρόχειρη! Τουλάχιστον να ήταν «παραπέτασμα», όπως το «σιδηρούν» που όντως χώριζε λαούς, ή «καταπέτασμα» που χώριζε το ιερό από τον χώρο των κοινών ανθρώπων και στα Ευαγγέλια κατασχίστηκε στη Σταύρωση! Και τι να πεις για τη «μαύρη κοίτη», για τη “φυλακή”, για τις «γυάλινες μοβ μπάλες» των ονείρων(!) και τη «σκάλα του καιρού»… Όλα έχουν μια απίστευτη προχειρότητα και ρηχότητα.

5. Ανοίγω πιο πέρα στη σ.52, στροφή 4η στο «Ηλικίες και ηλικίες»:
Σε ατελείωτη ευθεία – δρόμο τον λένε – / με κεφάλι γεμάτο ποιήματα
βαδίζω, / και τα βουνά είναι κάτω από την άσφαλτο. / Τα λόγια σου μισά φεγγάρια και Νοέμβριος./ Θα έρθω, θα σε φτάσω, δεν θ’αργήσω./
Μακριά που είσαι, μια τελίτσα, μια ελίτσα…

Είναι φανερό πως ο ΓΚ έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του ως «ποιητή» ενώ στην πραγματικότητα δεν μπορεί να δώσει ούτε μια ζωντανή μεταφορά ή παρομοίωση. Συχνά αναφέρεται στα ποιήματα (του), όπως στα «Μαθήματα Ορθοφωνίας»:
Όταν μπαίνεις στο υπόγειο του νου / τα ποιήματα θα είναι ξυπόλυτα. (!!)

Το πόση προχειρότητα και ρηχότητα έχουν όλα τα γραπτά του φαίνεται στο αμέσως προηγούμενο απόσπασμα, στην τελευταία γραμμή – «μια τελίτσα, μια ελίτσα». Τον συνεπαίρνει τόσο η ομοηχία των δύο λέξεων που δεν βλέπει πως καθώς γράφει για απόσταση όπου μορφές γίνονται πιο μικρές η «ελίτσα» θα έπρεπε να προηγείται της «τελίτσας»… Διότι πρώτα φαίνεται η μορφή μικρή σαν ελίτσα, αλλά μετά φαίνεται ακόμα πιο μικρή ( αφού «μακριά που είσαι»).

Αξίζει τον κόπο να ασχολείται κανείς με τέτοιες ασυνάρτητες επιπολαιότητες;

Όχι βέβαια.

Από την άλλη δεν μπορείς να μη συλλογιστείς πως αφού κάποιοι τον θεωρούν «δάσκαλο», του δίνουν κρατικά βραβεία και μεταφράζουν τα γραπτά του, η ανοησία πρέπει να είναι διάχυτη σε παγκόσμια κλίμακα.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may also like

90. Μύθοι: Συγκέντρωση στο πράσινο

Είναι μοναστήρι καθολικών κοντά στη Βοστόνη (ΗΠΑ). Τον