28. Ποίηση: Κι άλλος παραποιητής

28. Ποίηση: Κι άλλος παραποιητής

- in Ποίηση
0

από τον Νικόδημο

1. Ο Δημήτρης Χριστοδούλου έχει δημοσιεύσει πολλές συλλογές από το 1954 ως το 1988. Παίρνω ως πρώτο δείγμα της (ανύπαρκτης) ποιητικής του λίγες γραμμές από το πρώτο κείμενο στη συλλογή Νυχτοφύλακες με τον τίτλο “Γράμμα”:

… ένα σμήνος μέλισσες κεντρίζει τ’ άνθος σου/ που το
γυρί σου παίρνει ο άνεμος/ και γονιμοποιεί τη σκέψη μου

Ας αγνοήσουμε το λαϊκιστικό άκκισμα “το γυρί” (δεν θα ήταν καλύτερη η “γύρη”;), παρότι κάτι δείχνει κι αυτό. Η εικόνα μέλισσας να «κεντρίζει τ’ άνθος» και να «παίρνει ο άνεμος» τη γύρη είναι αναμφίβολα ωραία. Αλλά ο νους δεν την απολαμβάνει διότι εδώ έχουμε σμήνος… και σμήνος μελισσών σε ένα άνθος θα το ξετινάξει αφού το λουλούδι δεν μπορεί να έχει αρκετό «γυρί» για «σμήνος»! Ο αφηγητής επιχειρεί να πει πως η θύμηση (ας πούμε χάριν ευκολίας) της αγαπημένης του γονιμοποιεί ‘θέτει σε παραγωγική κίνηση’ τη σκέψη του. Ο άνεμος υποθέτω αντιστοιχεί στη θύμηση και η γύρη με την πεμπτουσία της καλής του. Ωραία! Αλλά σε αυτήν τη συμπιεσμένη αναλογία/παρομοίωση με τι αντιστοιχεί το σμήνος μελισσών και με τι το άνθος που κεντρίζεται τόσο βασανιστικά;… Τίποτα. Ο ΔΧ προσπαθεί να κάνει ποίηση με τρόπο που θυμίζει Ρίτσο και παράγει προσποίηση και παραποίηση. Μάλλον έχει κι αυτός μαθητεύσει στις ασυναρτησίες του Ρίτσου.

Λίγο πιο κάτω στο ίδιο κείμενο: –

Εκείνο που πλημμυρίζει με δέος τα χείλη μου είναι/ όταν σαν
σκαλοπάτια ναού κατεστραμμένα/ δεν θα μπορούν να τα δρασκελίσουν
ούτε τα πιο ανάλαφρα όνειρα ούτε η πιο απλή λέξη/ τ’ όνομά σου.

Η συγγένεια με την κακοτεχνία του Ρίτσου, που ήταν αμυδρή υποψία, τώρα επιβεβαιώνεται. Διότι, πώς πλημμυρίζουν δυο χείλη και μάλιστα «με δέος»;… Ο ΔΧ ή δεν ξέρει τι σημαίνει “πλημμυρίζω” ή δεν ξέρει την ανατομία των χειλιών – ή δεν ξέρει να γράφει ποίηση και κακομεταχειρίζεται τη γλώσσα μας. Είναι αδύνατο ο νους να συνδέσει πλημμύρα δέους με τα χείλια (ναι, όμως, με την καρδιά ή τον νου). Συνέχεια της κακοτεχνίας είναι η παρομοίωση – χείλια που μοιάζουν (σαν) με «κατεστραμμένα ναού σκαλοπάτια» που δεν μπορούν να δρασκελιστούν. Γιατί ναού, παρακαλώ; Για να δώσει ο ΔΧ έναν αέρα θρησκευτικότητας ή οσιότητας. Αλλά του διαφεύγει τόσο τραγικά το απλό γεγονός πως τα όνειρα, οι σκέψεις και οι λέξεις δεν δρασκελίζουν τα χείλια, όχι επειδή αυτά είναι πληγιασμένα ή ανήμπορα να μιλήσουν, αλλά διότι ψυχολογικά ο ίδιος δεν μπορεί ή δεν θέλει να εκφέρει «τ’ όνομα της». Οπότε η παρομοίωση δεν κολλά καθόλου: είναι μια μπαρούφα!

2. Υπάρχει άραγε κάποια βελτίωση;… Εξετάζοντας τα γραπτά του στον πρώτο τόμο, 3η έκδοση Κέδρος (1980) Ποιήματα 1954-1964, βρίσκω παντού την ίδια κακοτεχνία ή κομματιασμένη πρόζα με ανιαρά κοινότοπα  να προσποιείται πως είναι ποίηση. Παίρνω από τη δεύτερη συλλογή Πελτάστες (1954) λίγες γραμμές από το “Επί θύραις”, όπου μιλάει στην Πόρτα του (!) –

δε μου μιλάς/ σκύβεις τα λες στην κλειδωνιά./ Πόρτα μου με τις
πλάτες στο βοριά/ πόρτα μου με το στήθος/ πόρτα πικρή/ πόρτα βαριά/…

Εδώ η πόρτα προσωποποιείται. Δεν του μιλάει μα σκύβει και τα λέει στην κλειδωνιά! Τώρα, συνήθως η πόρτα έχει την κλειδαριά κάπου στη μέση της αλλά εμείς καλούμαστε να τη δούμε να σκύβει για να πει κάτι (αδιευκρίνιστο) σε κάτι που είναι στη δική της μέση! Αν αυτός ο ανίδεος ατζαμής δεν έγραφε το “σκύβεις”, θα μπορούσαμε να φανταστούμε την πόρτα να μιλάει στην κλειδαριά. Βάζει το “σκύβεις” γιατί δεν έχει αίσθηση καλής ποίησης και νομίζει πως με αυτή τη χοντροκοπιά γράφει ποίηση. Και συνεχίζει ο ΔΧ τις χοντροκοπιές και κείνη τη γραμμή «πόρτα πικρή» και δεν νοιάζεται να μας εξηγήσει γιατί είναι πικρή. Έτσι τη θέλει – πικρή!

Λίγο αργότερα στο Αιγαίος, έκτο κείμενο διαβάζουμε: –

Μεγάλος πορεύεται ο κόσμος μεγάλος/γεμάτος λίπασμα
ανθρώπινων ονείρων/ γενναίος πορεύεται ο κόσμος/
γεμάτος σπόρους ανθρώπινων βημάτων/…

Ο ΔΧ θέλει να πει, υποθέτω πως ο κόσμος μεγαλώνει (σαν φυτό) με λίπασμα ανθρώπινων ονείρων. Αλλά η διατύπωση λέει πως είναι «μεγάλος» και «πορεύεται … μεγάλος» επειδή είναι γεμάτος με λίπασμα!… Τι είναι αυτό που το λίπασμα τρέφει;… Πώς, μετά πάλι, τα ανθρώπινα βήματα είναι σπόροι γενναιότητας;… Ποια ανθρώπινα βήματα λιπαίνονται από ποια ανθρώπινα όνειρα;…

Ναι, φυσικά, τα σοσιαλιστικά των προλετάριων – που δυστυχώς δεν πορεύτηκαν για πολύ.

3. Πηδάω στη συλλογή Εστίες Αντιστάσεως (1959) και διαβάζω στο ΙΙ την αρχή –
Κι ας πούμε πια πως είν’ το σώμα μας χτισμένο/ πάνω στο νερό/
το πρόσωπο ψηλότερα/ το μέτωπο/ και γύρω/ άμμος/ χώμα/ πιο πέρα
η θάλασσα/ κάτω η μήτρα των υδάτων πιο μέσα λάσπη/ σφίγγα σιωπηλή

Το “ας πούμε πια” είναι κι αυτό ενδεικτικό της ανικανότητας του ΔΧ να γράψει κάτι με αληθινή σημασία και προσποιείται πως επισημαίνει κάτι που είναι μεν κοινότοπο αλλά συνταρακτικό. Τι θα πούμε, δηλαδή;… Πως το σώμα μας είναι χτισμένο πάνω στο νερό. Ίσως να θέλει να πει πως το σώμα μας είναι πλασμένο από 70% νερό – ίσως, μα καθόλου σίγουρο. Αλλά ποιος μηχανικός χτίζει πάνω σε νερό;… Και μετά η απίστευτη τοπογραφία: γύρω άμμος, μετά χώμα, μετά η θάλασσα (!), από «κάτω η μήτρα των υδάτων» και πιο μέσα η λάσπη (!) και μετά μια «σφίγγα σιωπηλή»! Ίσως πάλι να υπονοεί την εξέλιξη του είδους – ίσως, μα καθόλου σίγουρο. Είναι τόσο χοντρό και κακόγουστο αυτό το “χτισμένο”.

Σύγχυση και ασυναρτησία όπως στον Ρίτσο.

Την ίδια ανικανότητα να δώσει μια μεταφορά της προκοπής βρίσκουμε λίγο αργότερα στη συλλογή Παραμεθόρια στο “Επιστάθμια” (1961):

Τα όπλα μας δεν πάνε πιο βαθιά/ απ’ την πυγμή των αλετριών/ κι οι
κάμποι πέρα ως πέρα των θνητών  χωρών/ βαριά λιμάζουν.

Αναρωτιέται κανείς γιατί συσχετίζονται τα όπλα με κάμπους που λιμάζουν… Ποια όπλα πάνε βαθιά μα όχι όσο τα αλέτρια;… Πώς το αλέτρι με το μυτερό άκρο έχει «πυγμή»;… Και το “πέρα ως πέρα” δεν είναι πλεονασμός; Αν οι κάμποι λιμάζουν, δεν μπορεί να μη λιμάζει και η πέρα άκρη τους!

4. Πηδάω στο 1964, στο πρώτο στη συλλογή Επί Ευρέως Μετώπου: –
Ήλιος/ ομοχειρία νησιών/ πέλαγο σιωπηλό
καράβια από πηλό στα κρόσια του πλανήτη./

Εδώ αναρωτιέμαι πως τα νησιά γίνονται ομοχειρία, δηλ. ‘σύνολο ανδρών πολυβόλου (συνήθως πλοίου)’;… Καλά ο ήλιος, το σιωπηλό πέλαγος και τα καράβια (από πηλό έστω, για διακόσμηση), αλλά τα «κρόσια του πλανήτη» τι ακριβώς είναι;… Η λέξη κρόσ(σ)ι σημαίνει ‘λειρί πετεινού’, μετά ‘μπορντούρα με κοντά κορδόνια, ή πλεχτές κλωστές ή σειρήτια’. Πως σχετίζονται αυτά με τον πλανήτη, δηλαδή (υποθέτω) τη γη μας;

Αν στην πορεία 10 χρόνων, ένας επίδοξος ποιητής δεν κατορθώνει να μας χαρίσει ένα έστω αληθινά ποιητικό σχήμα λόγου, είναι μάλλον απίθανο να το επιτύχει αργότερα. Επίσης είναι απίθανο να έχει να πει κάτι σημαντικό για τον άνθρωπο, την κοινωνία, τον κόσμο.

Αλλά στην περίπτωση του ΔΧ βλέπουμε το ίδιο φαντασιόπληκτο κι αλαζονικό ύφος, την πεποίθηση πως είναι βαθύς στοχαστής, σπουδαίος ποιητής  και δάσκαλος που λέει συγκλονιστικές αλήθειες. Δυστυχώς.

Στο προτελευταίο της σειράς “Κ’ ήταν καιρός”, στην ίδια συλλογή 1964, γράφει κάπως σουρεαλιστικά:-

Γιατί λυσσάει τ’ άπειρο/ και θα πνιγεί στα μάτια τους/ ο χρόνος άγριος αδερφός/
κ’ η μύηση του κύτταρου/ θα πάει σε κόγχες άγνωστες/ κι αλλού θα
λιώνει την καρδιά/ το αίμα που σαράκιασε/ σε δρόμους ύμνων και λιμνών./

Υποθέτω πως όλα αυτά έχουν κάποια λογικό νόημα, ιμπρεσιονιστικό ίσως, αλλά μου διαφεύγει. Κάποιος ίσως να γνωρίζει κάτι περισσότερο. Θα του είμαι ευγνώμων αν με πληροφορήσει.

Όπως καταλαβαίνετε δεν αξίζει να ασχοληθούμε άλλο με τον Χριστοδούλου.

Δείτε όλα τα άρθρα της σειράς “Ποίηση”.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

You may also like

645. Φιλοσοφία: Αληθινό κέρδος

(από το Wen Tzu Κατανοώντας τα μυστήρια, 56-58)