Π25 : Ρίτσος

Π25 : Ρίτσος

- in Ποίηση
0

1. Από καιρό έλεγα να γράψω και για τον Ρίτσο αλλά δίσταζα – γιατί δεν βρίσκω σχεδόν τίποτα θετικό στην ποιητική του. Διάβασα πολλά δικά του στη δεκαετία 1960 απορώντας και για τον όγκο και την κακοτεχνία της γραφής του. Τα ξαναδιάβασα μαζί με τα μεταγενέστερα γραπτά του πριν μερικά χρόνια μένοντας με την πρόσθετη απορία για την αλαζονική σιγουριά του πως είναι σπουδαίος ποιητής.

Πιστεύω στην ποίηση, στον έρωτα, στο θάνατο,

γι’ αυτό ακριβώς πιστεύω στην αθανασία. Γράφω ένα στίχο,

γράφω τον κόσμο…

Από την άκρη του μικρού δαχτύλου μου ρέει ένα ποτάμι.

Ο ουρανός είναι εφτά φορές γαλάζιος. Τούτη η καθαρότητα

είναι και πάλι η πρώτη αλήθεια, η τελευταία μου θέληση.

(31.3.1969: “Υποθήκη” στη συλλογή Κιγκλίδωμα.)

(Μια απορία μικρή: πώς ρέει ποτάμι από το μικρό (!) του δάχτυλο;…)

Αναμφίβολα έμεινε σταθερός στην ιδεολογία του πιστεύοντας πως ο κομμουνισμός θα έφερνε ένα καλύτερο μέλλον για όλους – και αρνούμενος, παρά κάποια σύντομη αμφιβολία, να δεχτεί τα αβυσσαλέα ψεύδη, τη διαφθορά, την καταπίεση, την τρομοκρατία και τη δυστυχία στα κομμουνιστικά καθεστώτα (με τα εκατομμύρια των νεκρών και των φυλακισμένων στα γκούλαγκ) και την τελική κατάρρευση τους. Διώχθηκε, εξορίστηκε και υπέφερε για την ιδεολογία του (κάτι που τον τιμά) και αυτές οι εμπειρίες οπωσδήποτε έγιναν θέματα των γραπτών του. Αυτά δεν θα τα εξετάσω, ως συνήθως, παρά μόνο παρεμπιπτόντως, αν χρειαστεί, καθώς αναλύω την ποιητική του.

2. Παίρνω το τελευταίο από τα 18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας (1969) που μελοποίησε στη Γαλλία ο Θεοδωράκης κάνοντάς τα πασίγνωστα: “Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαίς”.

Να τη, πετιέται αποξαρχής κι αντριεύει και θεριεύει

και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου.

Ποιο είναι το καμάκι του ήλιου;… Τι έχει η Ρωμιοσύνη που να μοιάζει με ηλιακό καμάκι και, πιο σημαντικό, τι έχει ο ήλιος που να μοιάζει με καμάκι;… Τίποτα. Φράση ανόητη. Ήδη ένιωσα άβολα με το αποξαρχής, εφεύρεση του Ρίτσου προς το λαϊκότερο ενώ δημιουργεί την ανάγκη να σμίξει το αι (πετιέτ-αι) και το α (α-ποξαρχής) για να έχουμε 15 συλλαβές (και αγνοεί τη δόκιμη φράση πετιέται απαρχής ή εξαρχής που δεν θα είχε το πρόβλημα). Μετά, το θεριεύει (όσο κι αν είναι μεταφορά για το μάλλον καλύτερο “αγριεύει”) συνδέεται αυθόρμητα με το καταπιεστικό θεριό, με την υπόνοια, αθέλητη βέβαια, πως θα έχουμε νέο θεριό!!!

Έτσι έχουμε μια γενική επιπολαιότητα και, φυσικά, κακοτεχνία, εμμονή με τη λαϊκίστικη Δημοτική (τη μαλλιαρή του ΚΚ) που δημιουργεί μια νέα κι άχρηστη λέξη και δυσκολία στο μέτρο• άστοχο ρήμα που ηχητικά και νοηματικά (θεριεύει–θεριό) υπαινίσσεται θηριωδία εκ μέρους της αδικημένης επαναστάτριας Ρωμιοσύνης• και ασυναρτησία με την έλλειψη αντικειμενικής αντιστοιχίας στη μεταφορά καμάκι του ήλιου. Άτσαλη, επιπόλαιη στιχουργική!

3. Δεν είναι μεμονωμένη περίπτωση. Τέτοια ρηχή γραφή είναι ισχυρή συνήθεια. Και σε αυτές τις αδυναμίες πρέπει να προσθέσουμε τη μακρηγορία – όπως οι ανιαρές λίστες στο Γκραγκάντα (1972, και σε πολλά προγενέστερα και κατοπινά):

Αχ, αχ, παιδιά μου, παιδιά μου αναστενάρια μου…

πατώντας ξυπόλυτα τις μεγάλες φωτιές των αστεριώνε,  (προσέξτε τη μαλλιαρή γενική σε –νε)

από ξερό θυμάρι, αναστημένα συνθήματα, φυλακές εξορίες, λεβεντιές αδήλωτες

……………………………….

όταν αρχίζουν τα υπαίθρια σινεμά, οι πασατέμποι, τα στραγάλια, οι γκαζόζες

τα παγωτά χωνάκι, εισπράκτορες, κολλητήρια, αποφάσεις,

η μυρωδιά τηγανητής μαρίδας… (κλπ, κλπ)

Ας πάμε μερικά χρόνια πίσω, στο Ορέστης (1962-66). Εδώ ο Ορέστης βλέπει, γράφει ο Ρίτσος,

Τ’ ασημένια φύλλα της νύχτας να πέφτουν στον ώμο σου.

Το φως από το φεγγάρι και τα άστρα πέφτει όντως ασημένιο. Αλλά ποια είναι τα φύλλα της νύχτας;… Άγνωστο. Η εικόνα είναι συγχυσμένη διότι αφενός έχουμε το ασημένιο φως από φεγγάρι κι άστρα και αφετέρου έχουμε μια νύχτα-δέντρο να ρίχνει φύλλα!

Στο ίδιο ποίημα Ορέστης βλέπει “τις ελάχιστες φρικιάσεις του μαύρου δέρματος της [νύχτας]”! Εδώ η νύχτα προσωποποιείται κι έχει μαύρο δέρμα με ελάχιστες φρικιάσεις. Τι είναι αυτά; Πως μπορεί να έχει “δέρμα” η νύχτα και τι είναι οι φρικιάσεις του;…

Αργότερα ο Ορέστης περιγράφει τη μητέρα του:

όταν γέρνει, με μιαν άνεση περίλυπη, κάπως λοξά το κεφάλι της

στάζοντας έναν ήχο πολυσήμαντο απ’ το μακρύ σκουλαρίκι της στον ώμο της…

Πώς είναι η περίλυπη άνεση;… Πρόκειται για μια ανυπόστατη αοριστία που επιχειρεί να δείξει βαθιά κατανόηση ψυχολογίας και συμπεριφοράς. Αλλά το βραβείο κακοτεχνίας το παίρνει η επόμενη γραμμή. Το να στάζουν ήχοι μπορεί να είναι αποδεκτό αλλά οπωσδήποτε κακόγουστο διότι ο ήχος είναι άυλη αόρατη δόνηση την οποία πιάνει το αυτί ενώ η σταγόνα είναι υλικό σώμα την οποία πιάνει το μάτι. Όταν κάτι στάζει (μια σταγόνα υγρού), αυτό σίγουρα πάει προς τα κάτω. Εξίσου σίγουρα ο ήχος δεν στάζει αλλά απλώνεται ολόγυρα, όχι μόνο προς τον ώμο. Αυτό που ίσως μοιάζει να στάζει είναι το σκουλαρίκι.  Μετά, πως είναι πολυσήμαντος;… Ο ήχος σκουλαρικιού είναι ήχος σκουλαρικιού. Η πολυσήμαντη ιδιότητα επιβάλλεται από τον Ρίτσο αυθαίρετα για να δείξει και πάλι ένα (ανύπαρκτο) βάθος σημασίας.

4. Ο Ρίτσος έγραψε και παραδοσιακές φόρμες στη νεότητά του και χρησιμοποίησε τον δεκαπεντασύλλαβο και τη ρίμα στο Επιτάφιος (1936) – προτού εισχωρήσει μόνιμα στον ελεύθερο (και ανοικονόμητο) στίχο. Εδώ η μάνα θρηνεί τον σκοτωμένο γιό της. Αυτό το μοιρολόι μελοποιήθηκε από τον Θεοδωράκη αλλά οι στίχοι του δεν αντέχουν καμιά σύγκριση με τους δεκαπεντασύλλαβους του Κορνάρου στο Ερωτόκριτος ή του Σεφέρη στο Ερωτικός Λόγος. Ιδού μερικά δείγματα:

και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω

….

και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα –

όπου, για να τηρηθεί ο τονισμός και ο ρυθμός (ιαμβικός) και η ομοιοκαταληξία, παραβιάζεται  η κανονική σύνταξη: τα πικρά που σου λέω και που μου τρώνε τα σπλάχνα (πολύ κακόγουστα). Επιπλέον,

Μπούτια γερά σαν πέρδικες κλειστές στα παντελόνια –

Τι το γερό έχουν οι πέρδικες;… Και αυτές τώρα είναι κλειστές στα παντελόνια, όχι τα μπούτια! Αυτό λέει!… Πώς θα μπορούσαν να κλειστούν πέρδικες μέσα σε παντελόνια;… Φανταστείτε τώρα τους μύες έτοιμους να πετάξουν, σαν πέρδικες, έξω από τα μπατζάκια!… Απίστευτη επιπολαιότητα.

Μετά, ζωντανός ο νέος ανέβαινε παλιά

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις

Άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης.

Πόσο γκροτέσκο είναι το άρμεγες εδώ!… Φανταστείτε τα μάτια σαν δάχτυλα χεριών να αρμέγουν το φως από τα μαστάρια (ποια;) της οικουμένης!

Ας πάρουμε κι ένα δείγμα από το Ρωμιοσύνη (1945-47), που πάλι μελοποιήθηκε από τον Θεοδωράκη:

Το ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν

τώρα γεμίζουν τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους

….

όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε

….

και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ’ τα χέρια τους

για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

Οι αντιφάσεις, οι ασυναρτησίες, στις σκέψεις και εικόνες, καθώς και η εμμονή με την αθανασία των αγωνιστών, είναι τόσο προφανείς που δεν χρειάζονται σχόλιο. (Ξεχωρίζει ο πρώτος στίχος όπου στο γέμισμα κανονιών με την καρδιά τους ρισκάρει μια καλή μεταφορά, που όμως αποτυγχάνει καθώς δεν είναι καθόλου πειστική στις συνθήκες.) Την ίδια περίπου εποχή γράφει το Κυρά των Αμπελιών. Το τρίστιχο που ακολουθεί από το τμήμα 20, ομοίως δεν χρειάζεται λεπτομερή ανάλυση αφού ο λαϊκισμός και η ασυναρτησία (=έλλειψη Αντικειμενικής Αντιστοιχίας) είναι στη δόξα τους:

Κι εσύ Κυρά των Αμπελιών φορώντας τις σημαίες

γιομίζεις τα σταφύλια σου μ’ αίμα και δυναμίτη

στον άνεμο τινάζοντας τα θέμελα του χάρου

Ποιες σημαίες φορά και γιατί;… Πώς και με ποιο αίμα και δυναμίτη;… Ποια είναι τα θέμελα του χάρου που ξετινάζονται;…

5. Ας έρθουμε στα “ώριμα” γραπτά του Ρίτσου, μετά το 1970. Στο αυτοβιογραφικό Το Τερατώδες Αριστούργημα (1977) μαθαίνουμε πως τις λέξεις –

άλλοτε τις φιλώ πάνω στα χείλη του λαού και κλείνω τα μάτια

άλλοτε τις τραβώ με τσιμπιδάκι απ’ την απέραντη αμμουδιά της ιστορίας

άλλοτε τις μπασταρδεμένες τις κοιτάζω κατάματα…

άλλοτε τις μαζεύω μια μια…/ τις πλένω με σαπούνι…

άλλοτε τις τυλίγω σ’ ένα τσιγαρόχαρτο σιωπή και τις καπνίζω…

άλλοτε δοκιμάζω…/ άλλοτε… κλπ-

Μια απίστευτη, αυτάρεσκη απεραντολογία που δεν ενδιαφέρει κανένα! Πώς τις φιλά;… Ο Ρίτσος ξεχνά το αντικείμενο του (λέξεις ακάθαρτες, μπασταρδεμένες) και παρασύρεται να αναπτύξει το θέμα της μεταφοράς (πλύσιμο)! Ποια είναι η αμμουδιά της Ιστορίας και ακόμα χειρότερα, ποιο το τσιμπιδάκι;… Πώς τις πλένει με σαπούνι;… Πώς τις καπνίζει;… Συνεχίζει ατέρμονα, υπνωτισμένος, χαμένος μέσα στον παραλληλισμό της παρομοίωσης, αντί να προσέχει το θέμα του, σίγουρος πως οι σύντροφοι (και πολλοί του ποιητικού κύκλου, ίσως) θα χειροκροτούν και θα γράφουν παιάνες, έστω κι αν δεν καταλαβαίνουν ή μάλλον δεν διαβάζουν αυτά που γράφει.

Στα τέλη της δεκαετίας 1980 ο Ρίτσος συνεχίζει να είναι (και περισσότερο!) πολυγραφότατος. Παίρνω από το Τα Αρνητικά της Σιωπής (1987, όλα σύντομα ευτυχώς), τις τελευταίες γραμμές από το «Κατευόδιο», όπου ο Ρίτσος ανεβαίνει και χώνεται στις φυλλωσιές ενός δέντρου κι έτσι ξέρει, γράφει,

πως έχει μείνει στην άδεια μου θέση

ένα σεμνό πουλί να τραγουδάει ακούραστα

το αθάνατο τραγούδι της θνητότητάς μας.

Δεν θα έπρεπε κανονικά το πουλί να είναι στο δέντρο;… Κι αν είναι ο άλλος του εαυτός που μένει, πώς περιγράφεται με τόση εγωπάθεια να είναι σεμνός;… Και είναι όλη αυτή η φλυαρία τραγούδι;… Και πώς της θνητότητάς μας;…

Πάμε στο Δευτερόλεπτα, 1988, σύντομα κι αυτά. Το νούμερο 53:

αν το παιδί στο παράθυρο

έβρεχε το μικρό του δάχτυλο

στο ποτήρι του φεγγαριού –

Έχει ποτέ το φεγγάρι σχήμα που να σας θυμίζει ποτήρι;…

6. Όλα αυτά φαίνονται απίστευτα! Είναι όλα τόσο επιπόλαια με την αφέλεια καθυστερημένου και τόσο βαρετά με την επανάληψη – πάντα από την άποψη της ποιητικής! Αμφιβάλλω αν υπάρχει άλλος επίδοξος ποιητής που να ψευτίζει τόσο έντονα και τόσο παρατεταμένα όσο ο Ρίτσος.

Το ξαναλέω, δεν βρίσκω τίποτα θετικό, τίποτα το αξιόλογο στην ποιητική του Ρίτσου. Πού και πού, ναι, ξεπροβάλλει μια γνήσια ζωντανή εικόνα, αλλά το να βρίσκεις έναν αξιοπρόσεκτο στίχο σε 10-12 σελίδες, πυκνοκατοικημένες με φλυαρία και ρηχότητα είναι και ανιαρό και κουραστικό.

Μπορεί να φταίει όμως η δική μου νοοτροπία – κάτι που αμφιβάλλω.

Αλλά η πιο θλιβερή άποψη είναι το ότι επηρέασε τόσους νεότερους επίδοξους ποιητές (αριστερούς).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *