Κάτι μου θυμίζει…

Κάτι μου θυμίζει…

του Ηλία Μαγκλίνη

​Διαβάζω το πολύ ενδιαφέρον νέο βιβλίο του Σάκη Μουμτζή «Η κόκκινη βία, 1947-1950» (πρόλογος: Νίκος Μαραντζίδης, εκδ. Επίκεντρο). Ουσιαστικά είναι η συνέχεια της πρώτης «Κόκκινης βίας, 1943-1946» (πρόλογος: Θάνος Βερέμης, απ’ τον ίδιο εκδοτικό οίκο, 2013). Στο πέμπτο κεφάλαιο με τίτλο «Ο αμερικανικός παράγοντας», ο συγγραφέας προσεγγίζει μια πολυσυζητημένη πτυχή της μεταπολεμικής μας ιστορίας όχι με όρους δαιμονοποίησης ή αποθέωσης αλλά με διάθεση αναλυτική, κριτική, αποστασιοποιημένη.

Ως γνωστόν, η οικονομική αδυναμία της Βρετανίας και οι εμφύλιες συγκρούσεις στην Ελλάδα οδήγησαν την κυβέρνηση Τρούμαν στην αποστολή εμπειρογνωμόνων στη χώρα μας το 1947 προκειμένου να υπολογιστεί ποιο θα ήταν το μέγεθος της απαιτούμενης οικονομικής βοήθειας. Οπως γράφει ο Σ. Μουμτζής, ο στόχος του επικεφαλής Paul A. Porter, μέλους του Δημοκρατικού Κόμματος και υπέρμαχου του ρουζβελτικού New Deal, ήταν να λειτουργήσει αποτελεσματικά η ελληνική οικονομία, «χωρίς ρηξικέλευθες προτάσεις και δομικές μεταρρυθμίσεις, αλλά στα πλαίσια μιας ορθολογικής διαχείρισης των οικονομικών μεγεθών». Ο Αμερικανός τεχνοκράτης έθετε ωστόσο μερικές «ενοχλητικές προϋποθέσεις»: «πολιτική αμνηστία με διασφαλίσεις, πρόγραμμα οικονομικής ανόρθωσης και ανάδειξη στο πολιτικό προσκήνιο προσωπικοτήτων του κέντρου και της μη κομμουνιστικής Αριστεράς, ώστε αυτές να διεκπεραιώσουν τους πολιτικούς και οικονομικούς στόχους». Εννοείται πως «οι αντιστάσεις που προέβαλλαν οι κατεστημένες συντηρητικές δυνάμεις σε αυτήν την προσπάθεια του Porter ήταν έντονες και οι ρίζες τους ήταν βαθιές μέσα στην ελληνική κοινωνία. Αντλούσαν τη δύναμή τους από τα πελατειακά δίκτυα που έχτισαν από τη δεκαετία του ’20 και από τον “βιωμένο αντικομμουνισμό” ενός μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας».

Σε εκείνη τη φάση, οι Αμερικανοί προωθούσαν τη συναίνεση στους κόλπους των αστικών κομμάτων και η συγκρότηση τον Σεπτέμβριο του 1947 της κυβέρνησης Φιλελευθέρων και Λαϊκών με πρωθυπουργό τον Σοφούλη, «ήταν μια υπέρβαση για το κλίμα της περιόδου και επιτεύχθηκε υπό την πίεση του αμερικανικού παράγοντα». Ο Σ. Μουμτζής τονίζει πως οι Αμερικανοί έτρεφαν «βαθύτατη απέχθεια για την άκρα Δεξιά και για ένα κομμάτι του Λαϊκού Κόμματος το οποίο συμπορευόταν με αυτήν. […] Είναι μύθος ότι το στήριγμα της αμερικανικής πολιτικής ήταν το Λαϊκό Κόμμα, ένας μύθος που καλλιέργησαν και επέβαλαν οι διανοούμενοι της Αριστεράς».

Οι Αμερικανοί ήθελαν επίσης το αυτονόητο: «να πιάσουν τόπο τα χρήματά τους στη χώρα που τα είχε δεχθεί. Γι’ αυτό και επέβαλαν η διεκπεραίωση όλης αυτής της προσπάθειας να γίνει από ανεπίληπτους τεχνοκράτες, από φορείς και οργανισμούς που βρίσκονταν μακριά από τα κέντρα της πολιτικής εξουσίας και τις επιρροές προσώπων και συντεχνιών, με μοναδικό κριτήριο την αποτελεσματικότητα».

Γιατί τόσες ασφαλιστικές δικλίδες εκ μέρους των ΗΠΑ; Μα διότι οι «Αμερικανοί θεωρούσαν την επιχειρηματική ελίτ της Ελλάδας ως μια δράκα κερδοσκόπων που σε συνεργασία με τους πολιτικούς επιζητούσαν την αποκλειστική νομή των πόρων του σχεδίου Μάρσαλ, αδιαφορώντας για τον πενόμενο λαό. […] Από την άλλη πλευρά, οι Ελληνες επιχειρηματίες και πολιτικοί κατηγορούσαν τους Αμερικανούς ότι με γραφειοκρατικές διατυπώσεις και υπερβολικούς ελέγχους καθυστερούσαν την εκτέλεση των έργων». Η αμοιβαία καχυποψία Αμερικανών-Ελλήνων δεν ξεπεράστηκε ποτέ, γράφει ο Σ. Μουμτζής, κι όμως τα δολάρια ήρθαν. Μάλιστα, «τα 865,2 εκατομμύρια δολάρια που εισέρρευσαν στη χώρα από το 1948 έως το 1953 αποτελούσαν ένα επιπλέον ετήσιο ΑΕΠ»…

Παρά τις προφανείς διαφορές, στο βάθος δεν σας θυμίζουν κάτι απ’ το σήμερα όλα τα παραπάνω;

Πηγή: Καθημερινή

Leave a Reply

Your email address will not be published.

You may also like

Η χρήσιμη επαναξιολόγηση

Πάσχος Μανδραβέλης «Η Ελλάδα δεν είναι Βέλγιο», λένε