Η αληθινή φύση των ανθρώπων είναι ίδια σε όλους, λένε όλες οι σοβαρές παραδοσιακές διδασκαλίες σε Ανατολή και Δύση. Γι’ αυτό όλοι λέγονται «άνθρωποι».
Μα και η προσωπικότητα, παρότι διαφέρει τόσο από άτομο σε άτομο, έχει στη βασική νοοτροπία που τη στηρίζει δυο στοιχεία κοινά σε όλους και όλες. Το ένα βασικό στοιχείο είναι μια βαθιά πίστη πως η πραγματικότητα είναι το υλικό περιβάλλον, το υλικό σύμπαν, που μελετούν οι διάφορες επιστήμες, το οποίο συμπεριλαμβάνει και το οργανικό σώμα μας. Το δεύτερο είναι πως εγώ, ο καθένας και η καθεμιά, είναι ένα ξεχωριστό πλάσμα, μια ιδιαίτερη ταυτότητα ή προσωπικότητα με τα δικά της μοναδικά χαρακτηριστικά.
Σήμερα ας εξετάσουμε πιο επιστάμενα το δεύτερο στοιχείο της ξεχωριστής ύπαρξης, του ιδιαίτερου προσωπικού «εγώ» – που λέγεται και υποκειμενική άποψη.
Μόλις όμως αρχίσεις να ερευνάς αυτό το ιδιαίτερο «εγώ» που συνοψίζει τη ξεχωριστή σου ύπαρξη, συναντάς σοκαριστικές δυσκολίες.
Το εγώ μοιάζει να είναι κεντρικό και καθοριστικό της ύπαρξης σου, μα δεν εντοπίζεται πουθενά και αναρωτιέσαι, με το δίκιο σου, μήπως πρόκειται για μια πλάνη, μια παταγώδη παρανόηση. Διότι καθώς κοιτάς (ποιος κοιτά; ποιος ερευνά;) στον γκρίζο κόσμο του νου ή ψυχισμού σου, βρίσκεις μια άτακτη σωρεία σκέψεων, επιθυμιών, φόβων, διαθέσεων, φιλοδοξιών, ευχάριστων στιγμών σε πάρτι ή ταξίδι, πληγές από πικραμένο έρωτα ή απώλεια και άλλες αναμνήσεις εμπειριών.
Παρότι το εγώ διεκδικεί κάθε καθημερινή σου εμπειρία, δεν είναι καμιά εμπειρία.
Παρότι διεκδικεί κάθε σωματική κατάσταση και δράση δεν είναι η κατάσταση, η δράση, το σώμα.
Παρότι διεκδικεί κάθε νοητική ή ψυχολογική ενέργεια σκέψης, συλλογισμού, επινόησης, αισθήματος, διάθεσης, κατανόησης, χαράς ή θλίψης κλπ., δεν είναι αυτά.
Τι είναι λοιπόν;
Είναι ένα αίσθημα ομιχλώδες, φευγαλέο, που δανείζεται την ύπαρξη και τον εαυτό μα διαλύεται και χάνεται μόλις η προσοχή στραφεί επάνω του.
Το σώμα μεταβάλλεται: μεγαλώνει, λεπταίνει ή χοντραίνει, γίνεται δυνατό ή αδύναμο – και γερνά σε ανημποριά. Το βλέπουμε σε όλους τους ανθρώπους γύρω.
Ο νους είναι κινούμενο χάος που κατορθώνει σαν από θαύμα να κάνει κάποια έργα σημαντικά για μας και για άλλους. Μα οι σκέψεις τρέχουν διαρκώς στο ορμητικό τους ρεύμα από το πουθενά στο πουθενά και συναισθήματα υψώνονται σε ευχαρίστηση ή έπαρση και ξάφνου πέφτουν σε αγωνία ή κατάθλιψη και συντριβή.
Και το «εγώ» λέει κουραστικά κι αισθάνεται «εγώ» σαν παπαγάλος που έμαθε μόνο αυτήν τη μια λέξη.
Κι εσύ κι εγώ, όλοι και όλες μένουμε με τον νου μας κολλημένο σε αυτό το φλύαρο και ανύπαρκτο «εγώ».
Πολύ παράξενο!