(Εισαγωγή)
1. Είναι το αριστούργημα της ελληνικής μυθιστοριογραφίας, το αριστούργημα του Ηλία Βενέζη (1904-1973: πραγματικό όνομα – Ηλίας Μέλλος) ο οποίος το παρουσίασε τελειωμένο το 1943, έχοντας αρχίσει τουλάχιστον τέσσερα έτη νωρίτερα.
Πολλοί το θεώρησαν «ένα σπαρακτικό βιβλίο για τη χαμένη γη των αρχαίων μας προγόνων…της Μικράς Ασίας [σημερινής δυτικής Τουρκίας]’» – όπως το περιγράφει η κα Κ. Τσεμπερίδου (2020, Διαδίκτυο). Ή ένα βιβλίο με βασικό κοινωνικό πρόβλημα «την προσφυγιά» και τον «εθνικό ξεριζωμό» (κα Μ. Σούτη, Διαδίκτυο). Αυτές είναι οι κύριες επισημάνσεις κριτικών. Και ο καθηγητής Ε. Π. Παπανούτσος γράφει για «τον ξεριζωμό του Μικρασιατικού Ελληνισμού…τον καημό του Γένους και τη συμφορά…τη χαμένη πατρίδα».
Πολύ ορθά είναι αυτά όλα, μα είναι δευτερεύοντα και μόνο ένας συναισθηματικός πατριωτισμός, που συνήθως είναι μια κίβδηλη άρρωστη συγκίνηση, τα προβάλλει. Διότι υπάρχει και μια πολύ διαφορετική εκτίμηση, αυτή που προτείνει ο Παύλος Λεμοντζής (Διαδίκτυο, 4/9/2020). Αφού παραθέτει ένα απόσπασμα από το βιβλίο και μια σύντομη κριτική παρουσίαση, ανιχνεύει ότι «πίσω από το κείμενο, το γεμάτο περιπέτεια, βρίσκεται μια πανθεϊστική όψη του κόσμου που απαιτεί συμβολική έκφραση του φαινομένου της ζωής». Αυτή η άποψη, όχι η προσφυγιά, δίνει την ιδιαίτερη ποιότητα του σύνολου έργου.
2. Στην αρχή αρχή, στο 1ο κεφάλαιο του 1ου μέρους (ο Κόσμος) βρίσκουμε μια συμβολική έκφραση αυτού του πανθεϊσμού με τη θάλασσα. Παραθέτω το απόσπασμα ολόκληρο για να πάρετε και μια γεύση του ύφους γραφής.
ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΜΟΥ δουλέψανε σκληρά τη γη που είναι κάτω απ’ τα Κιμιντένια. Όταν εγώ γεννήθηκα, ένα μεγάλο μέρος της περιοχής το όριζε η φαμίλια μας. Το χειμώνα μέναμε στην πόλη, αλλά μόλις τα χιόνια φεύγανε απ’ τα Κιμιντένια κ’ η γη πρασίνιζε μας έπαιρνε η μητέρα μας, όλα τ’ αδέρφια μου, την Ανθίππη, την Αγάπη, την Άρτεμη, τη Λένα, εμένα, και πηγαίναμε να ζήσουμε τους μήνες του καλοκαιριού στο κτήμα, κοντά στον παππού και στη γιαγιά μας.
Η θάλασσα ήταν μακριά από κει, κι αυτό στην αρχή ήταν μεγάλη λύπη για μένα επειδή γεννήθηκα κοντά της. Στην ησυχία της γης θυμόμουν τα κύματα, τα κοχύλια και τις μέδουσες, τη μυρουδιά του σάπιου φυκιού και τα πανιά που ταξίδευαν. Δεν ήξερα να τα πω αυτά, επειδή ήμουνα πολύ μικρός. Αλλά μια μέρα η μητέρα μου βρήκε το αγόρι της πεσμένο μπρούμυτα καταγής, σα να φιλούσε το χώμα. Το αγόρι δε σάλευε, κι όταν η μητέρα πλησίασε τρομαγμένη και το σήκωσε είδε το πρόσωπό του πλημμυρισμένο στα δάκρυα. Το ρώτησε ξαφνιασμένη τί έχει, κ’ εκείνο δεν ήξερε ν’ αποκριθεί και δεν είπε τίποτα. Όμως μια μητέρα είναι το πιο βαθύ πλάσμα του κόσμου, κ’ η δική μου, που κατάλαβε, με πήρε από τότε πολλές φορές και πήγαμε ψηλά στα Κιμιντένια, απ’ όπου μπορούσα να βλέπω τη θάλασσα. Κ’ ενώ εγώ αφαιριόμουνα στη μακρινή μαγεία του νερού, εκείνη δε μου μιλούσε, για να αισθάνομαι πως είμαστε μονάχοι, η θάλασσα κ’ εγώ.
ΜΙΑ ΑΠΟ ΚΕΙΝΕΣ τις καλοκαιρινές μέρες γυρίζοντας με τη μητέρα μου απ’ το «ταξίδι της θάλασσας στα Κιμιντένια», σταθήκαμε στην κοίτη ενός μικρού ποταμιού. Το ποτάμι ήταν γεμάτο καθαρό άμμο, έτρεχε όμως και λίγο νερό. — Πώς τρέχει νερό, είπα, αφού είναι καλοκαίρι και τα Κιμιντένια δεν κατεβάζουνε νερό;
— Έλα! μου λέει η μητέρα, που είχε ζήσει όλα τα παιδικά της χρόνια στα Κιμιντένια κ’ ήξερε τον τόπο καλά. Έλα να δεις!
Περπατήσαμε μες στο ποτάμι, ακολουθώντας το βαθιά στην κοιλάδα, και τότε βρήκαμε σε μια κουφάλα την πηγή απ’ όπου ανάβλυζε το νερό. Έκανε πολύ δροσιά εκεί·μολοντούτο δεν είχε βρύα και πλατάνια, όπως θα ‘πρεπε σε τόσο υγρό τόπο.
-Δοκίμασε το νερό, μου λέει η μητέρα μου. Να δεις τί δροσερό που είναι!
Πήρα με τη χούφτα μου και το ‘φερα στα χείλια μου. Αλλά μόλις το άγγιξαν, το άφησα να χυθεί και σκούπισα τη γλώσσα μου.
-Μα αυτό είναι θάλασσα! είπα ξαφνιασμένος.
-Η μητέρα μου γελούσε με πολλή χαρά. Με πήρε στην αγκαλιά της και μου είπε: Βλέπεις; Η θάλασσα είναι παντού!
3. Η θάλασσα, που από αρχαιότατους χρόνους θεωρούνταν σημαντική έκφραση της Φύσης, το λίκνο της ζωής και σύμβολο ελευθερίας, εδώ με τη μαγεία του νερού, με την πανταχού παρουσία της (παρότι συχνά αθέατη) και με τη στενή σχέση που νιώθει το παιδί, γίνεται σύμβολο πανθεϊσμού. Μακριά από εκείνη ο αφηγητής νιώθει λύπη, κοντά της ευτυχία. Αργότερα και οι λύκοι μένουν καταλυπημένοι καθώς την ψάχνουν μα μαθαίνουν από το γέρικο ελάφι πως δεν θα τη φθάσουν (1.2). Και τελικά είναι στη θάλασσα του Αιγαίου που βρίσκουν λύτρωση οι καταδιωγμένοι πρόσφυγες – εκεί που ταξιδεύουν τα όνειρά τους (3.4, τέλος). Η θάλασσα, όμως, έχει μια τοξική άποψη καθώς εισδύοντας υπογείως στη στεριά ρυπαίνει με τα άλατά της το χώμα («η περιοχή κάτω από τα Κιμιντένια ήταν κάποτε κακή γη» 1.2) μα με την κατάλληλη εργασία των ανθρώπων η γη γίνεται εύφορη – και οι άνθρωποι αναπτύσσουν τις ικανότητές τους!
Άλλο σύμβολο είναι η νοημοσύνη που φαίνονται να έχουν όχι μόνο ζωντανά όντα μα και αυτά που λέμε «άψυχα» – όπως κύματα και βουνά. Κι αυτό το βρίσκουμε στο ίδιο πρώτο κεφάλαιο:
Ήρθαν τα κύματα και φέραν το μήνυμα του πελάγου στην αιολική ακτή. Ήρθαν και άλλα κύματα, κι άλλα — όλα τα κύματα. Όλα λέγαν για το παιχνίδι της γραμμής του νησιού [της Λέσβου], για το παιχνίδι της αρμονίας και της σιωπής.
Τ’ άκουσαν την πρώτη μέρα τα σκληρά βουνά της Ανατολής και μείνανε αδιάφορα. Τ’ άκουσαν και την άλλη, και πάλι δεν ταράχτηκαν. Όμως όταν το κακό παράγινε και κάθε στιγμή άλλο δεν ακούγανε παρά τη βουή του πελάγου να τους λέει για το θαύμα, τα βουνά παράτησαν την αταραξία τους και, περίεργα, σκύψανε πάνω απ’ τα κύματα να δουν το νησί του Αιγαίου. Ζηλέψανε την αρμονία του και είπαν:
«Ας κάμουμε κ’ εμείς έναν τόπο γαλήνης στη γη της Αιολίδας, που να ‘ναι σαν το νησί!»
Σε επόμενα άρθρα θα δούμε και άλλες πτυχές της αντιληπτικότητας του Βενέζη και της εξαίρετης εκφραστικής γραφής του.