«Στράφηκες για να δεις κι εξαφανίστηκες από παντού
στην άδεια γαλανή ματιά του ουρανού.»
Κοιτάς αφηρημένα, όταν ονειροπολείς, ή ερευνητικά, όταν ψάχνεις για αιτίες κι εξηγήσεις. Παντού χρώματα, όγκοι, μορφές, κινήσεις κι αλλαγές. Ακατάπαυστα….
Άλλα σ’ ελκύουν κι άλλα σ’ απωθούν. Αλλού να μείνεις κι αλλού να φύγεις γρήγορα.
Αναρίθμητες μορφές. Αναρίθμητες επιθυμίες!
Το εγώ επιθυμεί ευχαρίστηση ακόρεστα – χωρίς να ξέρει τι πραγματικά αναζητάει.
Κάθε επιθυμία μοιάζει να υπόσχεται την τελική, οριστική ικανοποίηση. Έτσι έχει σκλαβώσει τον νου σε δίψα αξεδίψαστη – κι ας περιβάλλεται από εκρήξεις ανεξήγητων θαυμάτων.
Μα ποιος κοιτά; Ποιος ψάχνει; Τι αναζητάει;
«Ποιος κοιτούσε», όπως λέει ένα ποιητής, «καθώς έσκυβες πάνω στα θαύματα του ήλιου; ….
Έτσι από πού κοιτάς / τα εκθαμβωτικά ξεσπάσματα του αθέατου;»
Ό,τι κι αν κοιτάς, όσο μακριά κι αν πας, όσο βαθιά κι αν μπεις, μόνο χρώμα, μορφή και κίνηση θα δεις!
«Ποιος όμως κοιτούσε
όταν παρατηρούσες τις απάτες των φωτονίων;»
Το εγώ που κοιτάει και ψάχνει κι αναζητάει είναι εκείνο που εξαπατιέται και προσκολλιέται και τυραννιέται.
«Στράφηκες για να δεις κι εξαφανίστηκες από παντού
στην άδεια γαλανή ματιά του ουρανού.»
Πάντα υπάρχει εκείνο το λεπτότερο, το ανώτερο ον που αθέατο παρακολουθεί τα πάντα. Κι σύ κάποτε νιώθεις να εξαφανίζεσαι ως άτομο «εγώ» και μένει μόνο θέαση.