Πολιτική Οικονομία 88: Δημοκρατία της Βαϊμάρης

Πολιτική Οικονομία 88: Δημοκρατία της Βαϊμάρης

1. Συχνά διάβαζα τα τελευταία χρόνια (2010 κι έπειτα) πως δεν θα γίνουμε και Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Ποτέ δεν δίνονταν πρόσθετες πληροφορίες έτσι που δεν καταλάβαινα σε τι αποσκοπούσε η αναφορά στην Βαϊμάρη.

Η δημοκρατία της Βαϊμάρης αρχίζει τυπικά το 1919 (18 Αυγούστου) όταν ο πρόεδρος της Γερμανίας Έμπερτ υπέγραψε το Σύνταγμα της Βαϊμάρης που θα έκανε την πόλη πρωτεύουσα της χώρας (αντί το Βερολίνο).

Σε αντίθεση με το παραφουσκωμένο Βερολίνο η Βαϊμάρη ήταν μια σχετικά μικρή πόλη που σε περίπτωση ανάγκης μια μικρή δύναμη στρατιωτών θα μπορούσαν να υπερασπιστούν. Ήταν επίσης μια έκφραση της σχετικά αγνής επαρχιακής Γερμανίας όπου είχαν λάμψει οι Χέρντερ, Σίλερ, Γκαίτε.

Υπήρξαν εξεγέρσεις νωρίτερα από τους ναύτες και από το σμίξιμο φαντάρων κι εργατών και τον Νοέμβριο 1918 ανακηρύχτηκε στο Μόναχο η Ελεύθερη Βαυαρική Λαϊκή Δημοκρατία που διήρκεσε μόλις 100 μέρες.

Τον Ιανουάριο 1918 ξέσπασε δεύτερη επανάσταση και οι δύο κορυφαίοι μαρξιστές, ο Καρλ Λίμπκνεχτ και η Ρόζα Λούζεμπουργκ ξυλοκοπήθηκαν και πυροβολήθηκαν στο κεφάλι – από τα συντηρητικά Σώματα Εθελοντών. 1200 κομμουνιστές τουφεκίστηκαν.

2. Τον Μάρτιο 1920 ακολούθησε ακόμα μία εξέγερση, ένα πραξικόπημα από ορισμένα Σώματα Εθελοντών που, υπό τους Βόλφγκανγκ Καπ και στρατηγό φον Λίτβιτς, μπήκαν στο Βερολίνο για να καταλάβουν την εξουσία. Απέτυχαν παταγωδώς.

Στη συνέχεια αναπτύχθηκαν διάφορες ομάδες μυστικές και παράνομες που μάχονταν μεταξύ τους. Κάθε παράταξη, κάθε φατρία διακατεχόταν από μίσος. Τελικά όλες οι τάξεις και ομάδες έγιναν μισητές: οι Εβραίοι βέβαια, οι καπιταλιστές, οι κομμουνιστές, η αριστοκρατία, οι εργάτες, οι στρατιωτικοί, οι νοικοκυραίοι, οι πολιτικοί, οι άνεργοι, οι καταστηματάρχες και, ξανά, οι Εβραίοι. Και το 1923 ο στρατηγός Λούντεντορφ και ο Χίτλερ έκαναν στο Μόναχο μια ακόμα προσπάθεια να αρπάξουν την εξουσία. Και αυτή απέτυχε.

Μα το 1922 (24 Ιουνίου) δολοφονήθηκε ο Βάλτερ Ράτεναου, ένας από τους πιο αξιόλογους πολιτικούς (κι επιχειρηματίες) της Γερμανίας. Ως υπουργός εξωτερικών είχε κατορθώσει να μειώσει στο μισό το ποσό που η Γερμανία όφειλε για την επανόρθωση της συμφωνίας των Βερσαλλιών, εντούτοις τον μισούσαν ακόμα και (ή ίσως ειδικά) οι ακροδεξιοί. Το 1912 είχε στηρίξει την πρόταση των Άγγλων για συγκράτηση του πυρετού των εξοπλισμών, μα υπονομεύτηκε από τον Κάιζερ. Το 1913 πρότεινε ένα πρακτικό σχέδιο για την οικονομική ένωση των χωρών της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης – έναν πρόδρομο της ΕΟΚ. Αγνοήθηκε.

3. Εκτός από τη γένεση του Ναζισμού και τον Φύρερ Αδόλφο Χίτλερ, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης παρουσίασε δύο αξιοσημείωτα φαινόμενα: τον υπερπληθωρισμό και την οικονομική κατάρρευση το 1929, και την έκλυτη ζωή στο Βερολίνο με την νέα σεξουαλική ελευθεριότητα και την αυξανόμενη εγκληματικότητα. Σήμερα θα ασχοληθώ μόνο με τον πληθωρισμό.

Η πολιτική αναταραχή, η προσωρινότητα και η αβεβαιότητα συνόδευαν και συνοδεύονταν από την ακρίβεια που έφερνε ο πληθωρισμός.

Το 1918 το 1 δολάριο ισοδυναμούσε με 4 μάρκα περίπου. Το 1922 η ισοδυναμία έγινε 400 μάρκα και σύντομα μετά την δολοφονία του Ράτεναου (Ιούνιο) έφτασε τα 1.000 μάρκα. Στα τέλη Νοεμβρίου 1923 η ισοτιμία ήταν 4.210.500.000.000 μάρκα.

Τον Μάιο 1921 μια βερολινέζικη ημερήσια εφημερίδα κόστιζε λιγότερο από μισό μάρκο. Στα τέλη 1922 η τιμή ήταν 50 μάρκα. Το 1923 ανέβηκε στα 100, την 1η Ιουνίου στα 300, την 1η Ιουλίου στα 1.500 και σε ένα μήνα 5.000 μάρκα. Στις 15 Αυγούστου πήγε στις 20.000 κι από εκεί κι έπειτα ανέβαινε με ξέφρενο ρυθμό φθάνοντας στις 9/11/1923 τα 60 δισεκατομμύρια μάρκα.

4. Το οικονομικό πρόβλημα δεν ήταν μόνο οι αποζημιώσεις που πλήρωναν οι Γερμανοί στους συμμάχους: αυτές αποτελούσαν έναν πολύ μικρό συντελεστή. Το μάρκο κατέρρευσε λόγω των τεράστιων κρατικών χρεών που δημιουργήθηκαν μεταξύ 1914-18 εξαιτίας του πολέμου κι ανήλθαν σε 164 δις μάρκα. Οι Γερμανοί νόμιζαν πως θα νικούσαν και θα απαιτούσαν πολεμικές αποζημιώσεις. Έχασαν και όσοι αγόρασαν με πατριωτισμό τα δανειακά ομόλογα έχασαν τα λεφτά τους.

Μετά τον πόλεμο όμως παρουσιάστηκαν επιπλέον τα επιδόματα που το Γερμανικό κράτος έπρεπε να πληρώσει σε 761.000 ανάπηρους, σε 360.000 χήρες, σε 731.000 ορφανά και σε 147.000 γονείς που έχασαν έναν ή περισσότερους γιους. Το σύνολο ανήλθε στο ένα πέμπτο του κρατικού προϋπολογισμού.

Το δε κράτος τύπωνε και τύπωνε όλο και πιο πολλά χαρτονομίσματα – που ήταν η εύκολη πεπατημένη οδός, μα κατέληγε σε σίγουρη χρεοκοπία.

Θα επανέλθω.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

You may also like

E1502: Πώς βλέπουν οι Ρώσοι μαθητές τη χώρα τους

1. Κακώς νομίζω παραδόθηκαν οι γενναίοι μαχητές του