Μετοίκιση στο Αγρογκουλάγκ

Μετοίκιση στο Αγρογκουλάγκ

- in Ιστορικά
0

Νικόδημος

1. Η περιγραφή που ακολουθεί είναι από την L. Viola, καθηγήτρια Ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Τορόντο με ειδίκευση στη Σοβιετία/Ρωσία, από τη μελέτη της The Unknown Gulag, 2007 OUP, Οξφόρδη (σ1-2). Η ίδια αντιγράφει μεταφράζοντας από (σ222-3) το Kulak i agrogulag του Ρώσου A. Bazarov (Cheliabinsk, Ρωσία, 1991). Οι κουλάκοι ήταν αγρότες που διώχτηκαν ανηλεώς από τους Μπολσεβίκους και τα Αγρογκουλάγκ ήταν τα στρατόπεδα φυλάκισης, εργασίας κι εξόντωσης ειδικά για αυτούς.

2. «Για όσο κτυπά η καρδιά μου δεν θα ξεχάσω τα βάσανα και τον πόνο που εμπειράθηκε η οικογένειά μας». Έτσι ξεκίνησε την αφήγησή της η Βαρβάρα Στεπανόβνα-Σιντόροβα. Γεννημένη λίγο μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν κοριτσάκι όταν το 1930 ήρθαν οι μπολσεβίκοι ασφαλίτες να πάρουν την οικογένεια της.

Ήταν μια χειμωνιάτικη νύχτα όταν βρόντηξαν πόρτες και παράθυρα και τους ξύπνησαν. Τους μάζεψαν όλους στο πλυσταριό δίπλα στο σπίτι και άρχισαν την «εκκαθάριση» (ochistka). Πήραν όλα τα οικογενειακά αποθέματα σιτηρών, βρόμης, αχύρου και καυσόξυλων. Πήραν τα πάντα. Πήραν ακόμα και τα τσόχινα μποτάκια των παιδιών, πήραν και τα μαξιλάρια από την αγκαλιά της μητέρας της. Και όταν οι γονείς έκαναν να διαμαρτυρηθούν, οι ασφαλίτες κούνησαν μαστίγια φωνάζοντας «Σκασμός! Σκάστε, κουλάκοι καθάρματα!»

Με μόνο τα ρούχα που φορούσαν όλοι φορτώθηκαν σε ένα κάρο και μεταφέρθηκαν στον πλησιέστερο σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί συνάντησαν άλλες οικογένειες σαν τη δική τους – οικογένειες με μικρά παιδιά, με βρέφη, με αρρώστους και με γέροντες, όλοι τους λεηλατημένοι από τα υπάρχοντά τους, διωγμένοι από τα σπίτια τους, εξορισμένοι τώρα από τα χωριά της επαρχίας τους. Όταν δεν χωρούσαν άλλοι στις πλατφόρμες και τις αυλές γύρω στον σταθμό, οι οικογένειες στοιβάχτηκαν σαν ζώα στα κρύα, σκοτεινά βαγόνια (που συνήθως μετέφεραν ζώα και άλλα αγροτικά εμπορεύματα). Έτσι ξεκίνησαν για τις παγωμένες ερημιές της ενδοχώρας του σοβιετικού βορρά.

«Εκείνο το ταξίδι» είπε η Βαρβάρα Στεπανόβνα, «δεν μπορώ να το περιγράψω ούτε σήμερα!»

Μετά από βδομάδες έφθασαν στον προορισμό τους και ξεχύθηκαν στη μέση μιας τάιγκα, ενός βορεινού δάσους από κωνοφόρα, κατοικημένο αραιά και που. Βρέθηκαν κυριολεκτικά στη μέση του πουθενά: δεν υπήρχαν άλλοι δρόμοι, μεταφορικά μέσα ή έστω και μια ψυχή, άλλη από τους συντρόφους εξόριστους.

Διατάχθηκαν να καθαρίσουν εκτάσεις από δέντρα, να οικοδομήσουν σπίτια, να φτιάξουν χωριά. Θα κατοικούσαν πλέον σε αυτή την ερημιά, καταδικασμένοι σε ό,τι μετά θα ονόμαζαν «παντοτινή εξορία». Δεν είχαν πόρους, δεν είχαν τροφή αρκετή, ούτε ρούχα ζεστά. Με ελάχιστα μέσα, οι ενήλικοι δούλευαν μέσα στο χιόνι που έφτανε στα γόνατά τους για να εκπληρώσουν τις απαιτήσεις του κράτους για ξυλεία. Μετά δούλευαν πάλι για να φτιάξουν τα καταλύματά τους.

Μέσα σε έναν μήνα, ο πατέρας της Βαρβάρας είχε πεθάνει, όπως και άλλοι, ενώ η μητέρα της ήταν άρρωστη από εξάντληση και υποσιτισμό. Η ίδια και αδέλφια και αδελφές περπατούσαν δέκα χιλιόμετρα στον πιο κοντινό καταυλισμό για να ζητιανέψουν. Η οικογένεια τρεφόταν με τα ψίχουλα και τα αποφάγια που μάζευαν τα παιδιά εκλιπαρώντας «Δώστε μας, για τη χάρη του Χριστού, ελεήστε μας!» Η μητέρα και ο δεκαοχτάχρονος μεγάλος αδελφός δούλευαν στο δάσος.

«Αργότερα πέθαναν και η μητέρα και τα μεγάλα μου αδέλφια» είπα η Βαρβάρα Στεπανόβνα. «Η ψυχή μου ακόμα πονάει με όλες τις κακουχίες που τότε περάσαμε. Μα παρότι μικρή, θυμάμαι πολλά και μπορώ να πω την αλήθεια».

3. Η αλήθεια που έζησε και ανιστορούσε η Βαρβάρα Στεπανόβνα, είχε καταπιεστεί για 60 έτη, καταχωνιασμένη στα αρχεία της Σοβιετίας και στις μνήμες των τρομοκρατημένων επιζώντων.

Στη διετία 1930-31 ο Στάλιν έστειλε 1,6 ως 1,8 εκατομμύρια αγρότες στην εσωτερική αυτή εξορία. Ήταν οικογένειες «κουλάκων» όπως λέγονταν «καπιταλιστές αγρότες», ενώ αυτοί είχαν εκκαθαρισθεί σε μεγάλο βαθμό από τον Λένιν. Αλλά τώρα ξεκινούσε η κολεκτιβοποίηση και κουλάκος γινόταν όποιος εναντιωνόταν σε αυτή, αγρότης, εργάτης, στρατιωτικός κ.λπ. Οι αγρότες μεταφέρονταν βίαια στα Ουράλια, στο Καζακστάν, στη Σιβηρία, στον Αρκτικό Κύκλο και επίσημα ονομάζονταν «ειδικοί άποικοι» spetspereselentsy – ένας φρικτός ευφημισμός που κάλυπτε την απάτη, μυστικότητα και απάνθρωπη σκληρότητα των μπολσεβίκων.

GULAG είναι ακρώνυμο για Glavnoe Upravlenie ispravitel’no-trudovykh LAGerei «Κύρια Διοίκηση Στρατοπέδων Αναμορφωτικής Εργασίας». Ο όρος επεκτάθηκε σε στρατόπεδα και φυλακές για κάθε είδους εγκληματίες. Αυτά αρχικά δημιουργήθηκαν από τον Στάλιν το 1930. Το θέμα ήταν ταμπού κι επισήμως τέτοια ιδρύματα δεν υπήρχαν – παρά μόνο στα άκρως απόρρητα τα οποία άνοιξαν μετά το 1991. Μια δημοσίευση του 2000 δίνει ονομαστικά 476 στρατόπεδα. Το 1939 υπήρχαν πάνω από 1.800! Όταν πέθανε ο Στάλιν (Μαρ 1953) υπήρχαν σε αυτά 2,8εκμ κατάδικοι (και δεν μπορεί να υπήρχαν κουλάκοι ακόμα!) ενώ είχαν πεθάνει σε αυτά τουλάχιστον 1,5 εκμ.

Αυτά όλα είναι ιστορικές διατυπώσεις, στατιστικές και αριθμοί – από μια άποψη άψυχα. Η αφήγηση της Β.Σ. Σιντόροβα δίνει την ανθρώπινη άποψη.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

You may also like

Ε1456: Αποναζιστικοποίηση

1. Έναν λόγο που οι παράλογοι Ρώσοι προτάσσουν