71. Μύθοι: Η χρυσή ταμπακέρα

71. Μύθοι: Η χρυσή ταμπακέρα

- in Μυθιστορία
0

Στην αρχαία εποχή των παραμυθιών ζούσε ένα ζευγάρι με τον γιο τους Πίτ(ερ). Αυτός μεγάλωσε διαβάζοντας ό,τι βιβλίο έπεφτε στα χέρια του. Ζούσαν στην καρδιά ενός μεγάλου δάσους και ο νέος ήθελε να ταξιδέψει και να γνωρίσει από κοντά τη ζωή για την οποία διάβαζε στα βιβλία με την απέραντη ποικιλία της.

Μια μέρα το αποφάσισε κι ενώ ο πατέρας του ήταν στο χωράφι είπε στη μητέρα του πως θα έφευγε. Εκείνη τον μάλωσε μα πρόσθεσε πως καλά θα έκανε να φτιάξει τη ζωή που χαράμιζε τεμπέλικα. Τον ρώτησε αν ήθελε να του ψήσει ένα μικρό κέικ με την ευλογία της ή ένα μεγάλο με την κατάρα της. Επειδή ο Πιτ ήταν ένας μεγαλόσωμος νέος πάντα πεινασμένος, ζήτησε το μεγάλο κέικ.

Αυτό του έδωσε η μητέρα το επόμενο πρωί μαζί με μια ήπια κατάρα να ευτυχήσει μα και να δυστυχήσει. Και καθώς ο γιος της έφευγε, άρχισε να κλαίει παρότι τέτοια ήταν η παράδοσή τους. Ο Πιτ πέρασε από το χωράφι όπου δούλευε ο πατέρας να τον αποχαιρετήσει και μόλις εκείνος άκουσε για την κατάρα, έστω και ήπια, του έδωσε τη χρυσή ταμπακέρα του με λίγο καπνό και του είπε πως ήταν πανάρχαιο οικογενειακό κειμήλιο και πως αν ποτέ συναντούσε δυσκολία, θέμα ζωής ή θανάτου, θα την άνοιγε με σεβασμό και θα ερχόταν βοήθεια.

Ο Πιτ προχώρησε στο ταξίδι του με τη χρυσή ταμπακιέρα (snuff-box) φωλιασμένη στη τσέπη του γιλέκου του. Πέρασε τη μέρα ταξιδεύοντας κι έφτασε το σούρουπο στην άκρη του δάσους όπου υπήρχε ένα μικρό χωριό. Στο πρώτο και μοναδικό μεγάλο σπίτι χτύπησε και αφού εξήγησε από πού ερχόταν, κατάκοπος και πεινασμένος, έχοντας φάει το μεγάλο κέικ, ζήτησε στέγη και λίγη τροφή και προσφέρθηκε να εργαστεί. Κι επειδή έδειχνε τίμιος και αθώος και ήταν και ομορφόπαιδο, η ιδιοκτήτρια, σύζυγος του προεστού, τον έμπασε μέσα και του πρόσφερε φαγητό.

Καθώς έτρωγε στην κουζίνα, ήρθε η όμορφη κόρη του σπιτιού και της άρεσε ο όμορφος νέος. Πήγε στον πατέρα της που σχεδίαζε τις δουλειές για την επόμενη μέρα και του είπε για τον νεαρό που γύρευε κάποια εργασία. Ο πατέρας, ένας πολύπειρος άντρας, πήγε στην κουζίνα και ρώτησε τον Πιτ τι μπορούσε να κάνει καλά.

“Ω, οτιδήποτε”, είπε ο Πιτ εύθυμα, εννοώντας φυσικά δουλειές του σπιτιού και του χωραφιού.

“Α, τι ωραία!” είπε κι αυτός εύθυμα βλέποντας μια ευκαιρία να μην κακοκαρδίσει την κόρη του μα και να ξεφορτωθεί τον επισκέπτη. “Αφού μπορείς να κάνεις οτιδήποτε, τότε θα πρέπει αύριο ως τις 8 το πρωί να έχεις φτιάξει μια λίμνη με περιφέρεια τεσσάρων χιλιομέτρων, εδώ στην ανοιχτή πεδιάδα μπροστά στο σπίτι μας και να βάλεις πάνω στα νερά της μερικά πλεούμενα με κανόνια που στις 8:00 θα ρίξουν έναν χαιρετιστήριο κανονιοβολισμό και μια κανονιά να σπάσει το παράθυρο της κόρης μου, που πάντα σηκώνεται αργά. Ω, κι αν δεν το κάνεις, λυπάμαι, μα θα χάσεις τη ζωή σου! ”

Ο Πίτερ τα έχασε μα κράτησε τη ψυχραιμία του και ζήτησε να αποσυρθεί για να οργανώσει την κατασκευή! Και μόλις έμεινε μόνος στο μικρό δωμάτιο και το μυαλό του έτρεχε εδώ κι εκεί σε πλήρη σύγχυση και με κάμποσο φόβο, έπεσε να κοιμηθεί

Ξύπνησε φρέσκος και, ώ θαύμα! Θυμήθηκε τη χρυσή ταμπακιέρα. Και αφού ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου την τράβηξε και την άνοιξε με όσο σεβασμό είχε για τον πατέρα του. Κι από μέσα ξεπήδησαν τρία ξωτικά με χρυσή στολή, κόκκινη και γκριζόμαυρη που χασμουριόνταν καθώς τον ρώτησαν τι ήθελε μετά από τόσα χρόνια δίχως επαφή.

Εκείνη την ώρα χτύπησε η καμπάνα για τις 8:00. Όσο πιο γρήγορα μπορούσε ο Πιτ τους είπε τι ήθελε πριν τον 8ο χτύπο! Σαν αστραπή εκείνα χάθηκαν και πριν το τελευταίο χτύπημα, με τρόμο πήγε στο παράθυρο ο νέος και είδε – ώ μαγεία! – τη λίμνη και τα πλεούμενα που έριχναν τις κανονιές τους στον 8ο χτύπο! Και στο πλαϊνό μπαλκόνι στεκόταν αγουροξυπνημένη και θαύμαζε η ωραία κόρη στη ρόμπα της. Μα τη θέα διέκοψαν τα ξωτικά που γύρισαν γκρινιάζοντας για τον λίγο χρόνο που τους δόθηκε και μπήκαν στο χρυσό κουτί τους κι έκλεισαν να κοιμηθούν!

Όλοι έμειναν ενθουσιασμένοι. Και η κόρη γεμάτη θαυμασμό κι έρωτα ζήτησε από τον πατέρα της να παντρευτεί τον άξιο Πίτερ. Μα ο ευκατάστατος προεστός ήταν επιφυλακτικός έχοντας γνωρίσει πολλούς ικανούς ανθρώπους μα και πολλούς απατεώνες. “Μια δοκιμή ακόμα, κορούλα μου, και μετά θα είναι όλος δικός σου!”

Ύστερα είπε στον Πιτ: “Η κόρη μου χρειάζεται ένα σπίτι αντάξιο της θέσης μας. Γι’ αυτό αύριο στις 8:00 θα έχεις ένα κάστρο στη μέση της λίμνης πάνω σε 12 χρυσές κολόνες με μια εκκλησία δίπλα του ώστε αμέσως να γίνει ο γάμος σας με γιορταστική παράσταση. Αλλιώς –  ”

Έτσι ο Πιτ πέρασε τη μέρα του ευχάριστα με την οικογένεια της καλής του και αφού έφαγαν και ήπιαν καλά πήγε να κοιμηθεί αποφασίζοντας πως το πρωί θα ξυπνούσε νωρίς και θα έδινε πιο πολύ χρόνο στα ξωτικά. Μα δεν θυμόταν που είχε βάλει την ταμπακιέρα. Ωστόσο παρά την ανησυχία του κοιμήθηκε βαθιά και ξύπνησε λίγο πριν τις 8:00. Έψαξε τα ρούχα του και ξαφνικά θυμήθηκε πως την είχε κρύψει κάτω από το μαξιλάρι. Μόλις πρόλαβε να την ανοίξει και να δώσει οδηγίες στα ξωτικά που πάλι γκρίνιαξαν όταν ακούστηκε ο πρώτος χτύπος. Μα στον 8ο είδε πάλι ο Πιτ από το παράθυρο το κάστρο πάνω στις 12 κολόνες και την εκκλησία και τον κόσμο να συρρέει εκεί για τη γαμήλια τελετή – και η καλή του στολισμένη νύφη να αγναντεύει από το μπαλκόνι της. Τότε γύρισαν και τα ξωτικά να τον στολίσουν γαμπρό με προφανή δυσαρέσκεια και σε δευτερόλεπτα εξαφανίστηκαν μέσα στην ταμπακιέρα!

Οι δυο νέοι παντρεύτηκαν με την ευλογία των γονιών της κοπέλας και του παπά. Κι έζησαν στο κάστρο τους ευτυχισμένα όσο οι πρώτες μέρες του καλοκαιριού, με υπηρέτες και την πιο αρχοντική συντροφιά, με τα καλύτερα ρούχα και φαγητά και συχνούς εορτασμούς.

Μα παρότι ο Πίτερ λησμόνησε την κατάρα της μητέρας του εκείνη δεν ξεχάστηκε και χτύπησε απότομα ως αναπόδραστη Μοίρα.

Μια μέρα που βγήκε σε κυνήγι με άλλους ευκατάστατους συμπολίτες, ξέχασε τη χρυσή ταμπακιέρα στο γιλέκο του πάνω σε μια καρέκλα. Κι ενώ εκείνος έλειπε, ένας υπηρέτης που τακτοποιούσε το δωμάτιο σήκωσε το γιλέκο να το κρεμάσει στο ντουλάπι και η ταμπακιέρα έπεσε στο δάπεδο και άνοιξε μόνη της. Τα τρία ξωτικά ξεπήδησαν μα είδαν πως δεν τα κάλεσε ο κύριος και δεν ήταν υπό πίεση.

Θύμωσαν βλέποντας έναν άσχετο και κραύγασαν πως ήθελαν να πάρουν το κάστρο με τα πλούτη του και να εξαφανιστούν πέρα από τον ωκεανό να μην τους ξαναβρεί ο κύριος Πίτερ!

“Και βέβαια μπορούμε. Να κάνουμε ό,τι γουστάρουμε ή ο κύριός μας” είπαν στον υπηρέτη που ζηλόφθονα ρώτησε αν όντως μπορούσαν.

Τότε ο υπηρέτης που δεν ήταν βλάκας κατάλαβε τι του έλαχε και διέταξε να το κάνουν, να πάρουν το κάστρο πέρα από τον ωκεανό ώστε να μη το βρει ο κύριος Πίτερ.

Και όταν γύρισαν από το κυνήγι, βλέποντας την απώλεια, ο Πίτερ έμεινε άναυδος σαν να τον χτύπησε αστροπελέκι, κατανοώντας πως η κατάρα είχε μπει τώρα σε λειτουργία. Τι μπορούσε να κάνει;

Leave a Reply

Your email address will not be published.

You may also like

74. Μύθοι: Ο ευσεβής και ο μπαρμπέρης

Αυτή είναι μια βουδιστική ιστορία από τις πολλές