Φιλ799: Ιερές Γραφές

Φιλ799: Ιερές Γραφές

- in Φιλοσοφία
0

Κάθε θρησκεία έχει τις Ιερές Γραφές της πάνω στις οποίες βασίζεται η θεολογία, το τελετουργικό και η ηθική της. Στον Χριστιανισμό «ιερές γραφές» είναι η Παλαιά Διαθήκη του Ιουδαϊσμού και η Καινή Διαθήκη με τα 4 ευαγγέλια, τις «Πράξεις των Αποστόλων», τις επιστολές ορισμένων αποστόλων (κυρίως του Παύλου) και την «Αποκάλυψη».

Αυτές οι γραφές θεωρούνται «ιερές» και «θεόπνευστες» από την εποχή των πρώτων της Εκκλησίας Πατέρων ως και τους ιεράρχες της εποχής μας. Ιστορικοί και φιλόλογοι που ειδικεύτηκαν στη μελέτη αυτών των κειμένων, σήμερα δηλώνουν απερίφραστα πως τα 4 ευαγγέλια γράφτηκαν από αγνώστους και τα ονόματα των «θεόπνευστων» συγγραφέων προστέθηκαν πολύ αργότερα στον 2ο αιώνα κε. Αυτοί οι ειδικοί καταδεικνύουν τόσες πολλές και σημαντικές αντιφάσεις, διαφορές και ανιστόρητες περιγραφές, που δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται «θεόπνευστες» – ούτε καν γραμμένες από ανθρώπους κοντά στον Ιησού. Παραδείγματα είναι οι γενεαλογίες του Ιωσήφ (στα ευαγγέλια των Ματθαίου και Λουκά), η γέννηση του Ιησού και η σταύρωσή του (στους Ματθαίο και Μάρκο και Λουκά και Ιωάννη).

Ας πάμε τώρα στον Ινδουισμό που είναι πολυθεϊστική θρησκεία.

Εδώ τώρα οι βασικές γραφές που είναι οι Βέδες, δηλαδή οι συλλογές ύμνων (όπως ο Ṛgveda), τα επεξηγηματικά σχόλια και οδηγίες για θυσίες και άλλες πρακτικές στα Brāhmaṇa κείμενα και οι μεταφυσικές και ηθικές διδασκαλίες στις Ουπανισάδες, λέγονται να είναι apauruṣeya, δηλαδή δεν προέρχονται από ανθρώπους, αν και κάποιοι, συχνά ανώνυμοι οραματιστές, τα συνέλαβαν ή τα εμπνεύστηκαν σε βαθύ διαλογισμό.

Αλλά οι φιλόσοφοι και σχολιαστές της Παράδοσης αποδέχονται ως αυθεντίες μόνο δηλώσεις στα βεδικά κείμενα που δίνουν εντολές για συγκεκριμένη συμπεριφορά με συγκεκριμένο σκοπό και γνωσιολογικές οδηγίες που στηρίζονται σε λογική κι έχουν εφαρμογή στη ζωή. Υπόλοιπες δηλώσεις και περιγραφές θεωρούνται arthavāda (= αναλογίες, μεταφορές) ή nāmadheya (= κατηγορίες): αυτές μπορούν να αγνοηθούν αν δεν ταιριάζουν με άμεση εμπειρία (pratyakṣa) και λογική ανάλυση (anumāna).

Η γενική αρχή (που όμως δεν τηρείται πάντα) είναι πως βεδικές δηλώσεις δεν μπορούν ν’ αγνοούν ή ν’ αντιφάσκουν προς την εμπειρία (pratyakṣa) και λογική διαδικασία (anumāna). Οι μεγάλοι φιλόσοφοι της Παράδοσης συμφωνούν με αυτήν την αρχή.

Ο Madhvācārya (1238-1317) που κριτίκαρε τους προγενέστερους μεγάλους δασκάλους της φιλοσοφίας Vedānta προωθώντας ένα δυιστικό σύστημα έγραψε (Tattvodyotā): «Η αντικειμενική αντίληψη έχει το δικό της μέτρο αλήθειας. Δεν μπορεί ν’ απορριφθεί με αναφορές στις Γραφές».

Ο Rāmānyācārya (1017-1137) δίδασκε πως υπάρχει διαφορά μεταξύ ātman (= εαυτός, ψυχή) και brahman (= Απόλυτο), μα ο ātman ‘εαυτός του ατόμου’ μπορούσε να ενωθεί με το brahman. Έγραψε στο Vedārthasaṅgraha – «Η άμεση αντίληψη καταλαβαίνει πράγματα υλικά. Οι γραφές έχουν ως αντικείμενό τους ό,τι δεν γίνεται κατανοητό από την αντίληψη και τη συμπερασματική διαδικασία του νου.»

Ο δε Ādi-Śaṅkara που εδραίωσε τον απόλυτο μονισμό της φιλοσοφίας Vedānta (περ 500 πκε) έγραψε στο Gītā-bhaśya (18.66) «Ούτε 100 Βεδικά κείμενα δεν μπορούν να θεωρηθούν αυθεντίες αν δηλώνουν πως η φωτιά δεν καίει και δεν φωτίζει.»

Όπως αντιλαμβάνεστε, η προσέγγιση αυτών των στοχαστών είναι πολύ διαφορετική από εκείνη των θεολόγων – και, βέβαια, των φανατικών!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *