212. Ποίηση: Τι είναι ποίηση και τι όχι

212. Ποίηση: Τι είναι ποίηση και τι όχι

- in Ποίηση
0

Πρόσφατα διάβασα τον τόμο του κ. Κώστα Κουτσουρέλη Τι είναι και τι δεν είναι ποίηση. Μεγάλο λάθος μου. Μα πρέπει να προσθέσω πως από τα 12 κεφάλαια διάβασα μόνο τα 6. (Σημείωση: Στα Περιεχόμενα δίνεται μια βιβλιογραφία στη σελ.155, μα οι τίτλοι είναι τα 12 κεφάλαια του βιβλίου!)

Στο “Προλογικά” (σελ.9 ) λέει: “Η ποίηση όμως δεν είναι όραμα ή ιδεώδες – είναι κάτι εντελώς διαφορετικό: τέχνη. Μόνο ένας πλατύς, περιγραφικός και όχι δεοντικός, μορφολογικός και όχι ουσιοκρατικός, ιστορικός και όχι βολονταριστικός ορισμός μπορεί να μας δείξει τι υπήρξε κατά τη μακρά διαδρομή της.” Ομολογώ πως δεν καταλαβαίνω καλά τα επίθετα “ουσιοκρατικός, βολονταριστικός”: δεν ξέρω τι σημαίνουν.

Μα στη σελίδα 16 δίνει έναν όμοιο ορισμό πιο σύντομα: η ποίηση είναι “μια τεχνική οργάνωσης του λόγου” διαφορετική από την “πρόζα και την κοινή ομιλία.” Είναι κοντολογίς, γράφει, “η τέχνη του στίχου”. Και αυτόν τον ορισμό τον υποστηρίζει με όμοιες περιγραφές άλλων ποιητών και κριτικών – χωρίς πουθενά να δίνει λεπτομέρειες από πού προέρχονται αυτές οι παραθέσεις ρήσεων (Schegel σελ.13, Βαρθαλίτης σ.16 κλπ.). Πουθενά επίσης δεν δίνει έστω κι έναν “στίχο” (ή περισσότερους) για να δείξει πώς λειτουργεί αυτή ή τέχνη.

Αυτή η απροθυμία είναι γενική. Πολύ σπάνια και όχι για πολύ, θα επιχειρήσει κάποιος κριτικός (ή φιλόλογος ή ό,τι άλλο) να εξετάσει κάποιους στίχους δείχνοντας πως έχουν αξιόλογη ποιότητα και τη διαφορά από πρόζα ή κοινή συνομιλία.

Μετά, χρειάζονται 12 κεφάλαια σε 153 σελίδες για να επισημάνει κάποιος και να φωτίσει αυτήν τη διαφορά μεταξύ της ποίησης ως “τέχνης του στίχου” και των άλλων εκφραστικών μορφών του λόγου; Όχι βέβαια! Λίγες, 3-4 σελίδες το πολύ!

Μα καθώς βλέπεις τα ονόματα συγγραφέων και ποιητών να σπέρνονται αφειδώς σε μια σελίδα μετά την άλλη, πολλές μεγαλόστομες γενικεύσεις και πολλές αποδομήσεις άλλων μεγαλόστομων γενικεύσεων και διακηρύξεων, και παντού, επαναλαμβάνω χωρίς να δίνονται αναφορές ώστε να μπορείς να τις ακολουθήσεις, όχι να ελέγξεις τη γνησιότητα τους, μα για να εμβαθύνεις, αρχίζεις να υποπτεύεσαι, ή τουλάχιστον εγώ πείστηκα σύντομα, πως ο κ. Κουτσουρέλης έχει επιδοθεί σε μια σταυροφορία, αχρείαστη, όπως οι πιο πολλές, και μάλλον με στόχο να κάνει ντόρο με τη δική του ηρωική προσπάθεια να διαφωτίσει τους υπόλοιπους.

Έγραψε και νωρίτερα τη μελέτη Η Τέχνη που αυτοκτονεί… (το οποίο δημοσίευσε πάλι η Μικρή Άρκτος, 2018) όπου επισημαίνει τα ίδια πράγματα μα δίνει και αριθμούς δημοσιεύσεων ποίησης (όχι μόνο στην Ελλάδα μα και αλλού) που αυξάνονται ενώ οι πωλήσεις μειώνονται! Εκεί επισημαίνει πως πάρα πολλά ποιήματα μας κάνουν να χασμουριόμαστε.

Αυτό που δεν επεξηγεί όμως είναι πως ακόμα και τα “ποιήματα”, ή μάλλον οι τομίσκοι με “ποιήματα”, που κυκλοφορούν στον επίσημο “ποιητικό κύκλο”, δηλαδή 500 τόσους ανθρώπους (αμφιβάλλω) δεν είναι καλά ποιήματα αν πάρουμε ως καλά τα σονέτα του Σαιξπήρου ή το 3ο Σχεδίασμα, “Ο Πειρασμός” από το Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Σολωμού.

Γιατί εγώ ή οποιαδήποτε άλλα άτομα με κάποια σχετική μόρφωση να σπαταλούν τον χρόνο τους διαβάζοντας ανοησίες όπως:

Τα βράδια να μη σε πιάνει ο χρόνος
Να δαγκώνεις τον λαιμό της νύχτας ανατριχιάζοντας όλα
τ’ αστέρια του μυαλού

(σελ. 90 Ανθολογία Ποιητικών Διαλόγων, Γκοβόστη, 2015.)

Πως ακριβώς, ποιητικά έστω, “δαγκώνεις τον λαιμό της νύχτας”; Και γιατί σταματά ο στίχος με το “όλα” και δεν προωθείται στον επόμενο που είναι πιο σύντομος;

Το ότι ο Κουτσουρέλης γράφει ο ίδιος ποιήματα θα έπρεπε να τον διευκολύνει πολύ να προσεγγίσει το θέμα του. Διότι η ποίηση είναι κάτι παραπάνω από στίχους που, συχνά, είναι κομμένες γραμμές ασυνάρτητης πρόζας. Το Gitanjali του Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ είναι σε πρόζα, μα πολύ ποιοτικότερο χιλιάδων τομίσκων σύγχρονης ποίησης. Πολύ ορθά όμως λέει πως το τι πιστεύει ο ποιητής για την ποίηση δεν έχει κατ’ ανάγκη σχέση με την ποίησή του (σελ.23).

Παρά τις διαφωνίες μου με το ύφος του Κουτσουρέλη και πολλές απόψεις του, τείνω να συμφωνήσω με τη γενικότερή του θεώρηση πως η ποίηση είναι “ένα κοινωνικό ενέργημα, μια πράξη τελούμενη δια της γλώσσας” και στέκεται στο μέτρο “όχι της ‘ευαισθησίας’ αλλά της καλαισθησίας”.

Τι είναι όμως αυτή η “καλαισθησία”; Ο Κουτσουρέλης δεν μας λέει και δεν μας δίνει κανένα δείγμα – καλαίσθητης ποίησης, μέτριας και κακής. Επίσης, οι ποιητές ουδέποτε απευθύνθηκαν στις κοινές αμόρφωτες μάζες, όπως ισχυρίζεται. Συχνά η ποιητική λογοτεχνική γλώσσα (και του θεάτρου με τα έμμετρα και βαθυστόχαστα χορικά) ήταν άλλη από την καθομιλουμένη.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may also like

255. Πολιτική Οικονομία: Δυσκολίες Δημοκρατίας

1. Ακολουθώντας τον δάσκαλό του Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης,