Μια βιτρίνα της διαφθοράς

Μια βιτρίνα της διαφθοράς

- in Επιλογές από τον Τύπο
0

Του Στάμου Ζούλα

Ας ξεχωρίσουμε το σημαντικότερο. Δεν υπάρχει Ελληνας που να πιστεύει, πως η υπόθεση Τσοχατζόπουλου είναι περιπτωσιακή και μεμονωμένη. Για πολύ απλούς λόγους. Πρώτον, διότι «ο παρ’ ολίγον πρωθυπουργός» δεν αποκαλύφθηκε από τις ελληνικές έρευνες, αλλά από γερμανικές (υπόθεση υποβρυχίων), τα στοιχεία των οποίων γνωστοποιήθηκαν δημοσιογραφικά. (Αντίθετα η εξεταστική επιτροπή της Βουλής, που «διερεύνησε» το 2005 την υπόθεση των TOR M1, τον αθώωσε, με βασικούς υπερασπιστές του τους Ευ. Βενιζέλο και Ανδρ. Λοβέρδο). Δεύτερον, διότι «το ιδρυτικό μέλος του ΠΑΣΟΚ» δικάζεται για ξέπλυμα μαύρου χρήματος και όχι για τη βασική και απείρως βαρύτερη κατηγορία των ποινικών του αδικημάτων, ως υπουργού, τα οποία έχουν παραγραφεί. Τρίτον, διότι ο «πανίσχυρος υπουργός», αντί να κρύβεται, προκάλεσε. Ταύτισε την ασυδοσία, με την ατιμωρησία. Στη μοναδική στιγμή ειλικρίνειας, κατά την τριήμερη απολογία του, παραδέχθηκε πως «ήταν λάθος του η αγορά του ακινήτου στη Διον. Αρεοπαγίτου». Δηλαδή, από τις δεκάδες των ακινήτων, που αποδεδειγμένα αγόρασε με μαύρο χρήμα, ξεχώρισε τη βιτρίνα της διαφθοράς, η οποία προκάλεσε, κατά τρόπο αναίσχυντο, το κοινό αίσθημα. Ωσάν το πάθημα ενός διαρρήκτη, που έθεσε σε κοινή θέα, διαλαλούσε και κόμπαζε, για το ενδεικτικότερο «κομμάτι» των κλοπιμαίων του. (Πράγματι ήταν η ειλικρινέστερη, συγχρόνως όμως, η αφελέστερη και επιβαρυντικότερη στιγμή της «δομημένης» απολογίας του).

Κατά κανόνα η σκλήρυνση της νομοθεσίας ακολουθεί τα αντίστοιχα βήματα της παραβατικότητας. Εδώ συνέβη το αντίθετο. Παρά την εμπειρία των δεκαετιών ’80 και ’90 (Ε, όχι και δωράκι 500 εκατ. δρχ, σκάνδαλο Κοσκωτά κ.λπ.) η κυβέρνηση Σημίτη, το 2003, απογύμνωσε τον νόμο περί ευθύνης υπουργών, καθιστώντας τη δίωξη πολιτικών για ποινικά πλημμελήματα και κακουργήματα κυριολεκτικά ανέφικτη. Η μετά τριετία παραγραφή των αδικημάτων «παρεμπόδισε», σε πολλές περιπτώσεις, τη Βουλή να «επέμβει» για ύποπτες ή και δυσώδεις περιπτώσεις «συναδέλφων». Το αποκλειστικό «δικαίωμα της Βουλής να ασκεί δίωξη, για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν μέλη της κυβέρνησης, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους» (!) αποτέλεσε ασπίδα της διαφθοράς. Στις περίπου είκοσι περιπτώσεις, κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης, οι «εξεταστικές επιτροπές» κατέληξαν σε πολλαπλά, αντιφατικά και άκαρπα «πορίσματα». Τέλος, η βουλευτική ασυλία εξακολουθεί να λειτουργεί ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ, ακόμη και για εμφανέστατα αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου. Ολα αυτά είναι καταγεγραμμένα ανεξίτηλα στην κοινή γνώμη. Γι’ αυτό οι παριστάμενοι πολίτες στη δίκη Τσοχατζόπουλου χειροκρότησαν παρατύπως, αλλά ενθουσιωδώς, τις εισαγγελικές αγορεύσεις. Κατά το ρεπορτάζ, δε, δύο δάκρυσαν. Οπως συμβαίνει στις περιπτώσεις μιας σπάνιας και ανέλπιστης δικαίωσης. Προφανώς, δε, όσοι χειροκρότησαν ή δάκρυσαν, δεν ήταν άμεσα θύματα της ληστρικής απληστίας του κατηγορούμενου. Αλλά έμμεσα. Οπως όλοι μας…

Συνεπώς, θα ήταν ασυγχώρητο λάθος αν τα πολιτικά μας κόμματα –και ιδίως τα δύο συγκυβερνώντα– εκλάβουν τα χειροκροτήματα και τα δάκρυα χαράς ως επιδοκιμασία και επιβράβευση «της προσπάθειάς τους» για κάθαρση και εξυγίανση της πολιτικής μας ζωής. Η ουσία και τα κίνητρα της διαφθοράς παραμένουν αλώβητα, καλυπτόμενα από την υφιστάμενη νομοθεσία, που προαναφέρθηκε. Ερήμην των κομμάτων, κάποιοι άλλοι, δημοσιογράφοι και κυρίως δικαστικοί, έσπασαν μία και μόνον βιτρίνα της διαφθοράς. Υπάρχουν, ακόμη, πολλά «κεντρικά καταστήματα» και άπειρα παραμάγαζά της…

Πηγή: Καθημερινή

Leave a Reply

Your email address will not be published.

You may also like

Στο ίδιο έργο θεατές

Κωστής Φαφούτης Τον Ιανουάριο του 2007 στην τριτοβάθμια