Π204: Ρίτσος πάλι

Π204: Ρίτσος πάλι

- in Ποίηση
0

1. Καυγάς στον δημοσιογραφικό κόσμο για τα τανκς του Ρίτσου.

Ο Ρίτσος είδε μια στρατιωτική παρέλαση στην Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας όταν η Σοβιετία καλά κρατούσε, το 1979, όταν πήγε να παραλάβει εκεί το βραβείο Λένιν για την ποίηση του. Σε συνέντευξή του στον Γ. Λιάνη είπε πως θαύμασε την παρέλαση:

“Τα τανκς πέρασαν κι αυτά μ’ ένα ρυθμό χορευτικό. Ίσως ήταν το δικό μου συναίσθημα που τους έβλεπα με αγάπη και φιλία…” κλπ.

Δεν υπάρχει εξ όσων ξέρω ποίημα του Ρίτσου με τέτοιο θέμα. Η παρανόηση προήλθε από μια δημοσίευση σε έναν ακροδεξιό ιστότοπο 2013 όπου τα λόγια του Ρίτσου στον Λιάνη γίνονται ποίημα!

Τα τανκς πέρασαν κι αυτά μ’ ένα ρυθμό χορευτικό.

Ίσως ήταν το δικό μου αίσθημα που τους έβλεπα με αγάπη και φιλία.

Καθώς οι στρατιώτες ήταν λευκοί και με κρύο είχαν κοκκινίσει 

έμοιαζαν παιδιά που είχαν βγει μόλις απόνα σχολείο

κάνοντας παρέλαση χαμογελαστοί μπροστά στους δασκάλους τους…

2. Μερικοί πήραν στα σοβαρά αυτή τη διασκευή και στρέβλωσαν πιο πολύ το θέμα λέγοντας πως ο Ρίτσος έγραψε ποίημα για τα τανκς που χόρευαν βαλς στους δρόμους της Πράγας το 1968! Ο Σ. Κασιμάτης της Καθημερινής το ανέφερε παλαιότερα. Παρά τις διευκρινήσεις που έκαναν στη συνέχεια οι Ν. Σαραντάκος και η κα Κώττη (πως ο Ρίτσος δεν είχε γράψει τέτοιο ποίημα), ο Τ. Θεοδωρόπουλος, και αυτός δημοσιογράφος στην Καθημερινή με άξιες φιλολογικές και λογοτεχνικές περγαμηνές, απόρησε (Καθημερινή 17/2/19 “Αριστερή Διανόηση και πολιτική ορθότης”) που ο Ρίτσος, ο ποιητής του Επιτάφιου και της Ελένης έγραψε ποίημα “να υμνήσει τα σοβιετικά τανκς που “χόρευαν” στην Πράγα του 1968; Και το άλλο για τα παιδιά της ΚΝΕ που λένε στη ζωή το μέγα ναι”.

Ο Γ. Γιατρομανωλάκης, ομότιμος του πανεπιστημίου Αθηνών, έκανε φρέσκια διευκρίνιση στο ΒΗΜΑ (26/2/19) απαξιώνοντας τις στρεβλές εκδοχές των τανκς που χόρευαν στην Πράγα μα και τις ιδέες περί “αριστερών διανοούμενων” ή “αριστερών προοδευτικών”, όπως, κυρίως, οι υπουργοί Παιδείας των Συριζανέλ.

3. Ο Θεοδωρόπουλος, άρθρα του οποίου αναρτούμε στο ΒΙΓΛΑ, πολύ ορθά έγραψε πως ο Ρίτσος με διάφορα γραπτά του έκανε “δήλωση υποταγής” και πως η ποίηση του είναι κακή.

Κι επειδή μοιάζει να νομίζει πως τα Επιτάφιος κι Ελένη είναι καλή ποίηση (όπως νομίζουν κι άλλοι), ας σχολιάσω ξανά την (ανύπαρκτη) ποιητική τέχνη του Ρίτσου.

Το Επιτάφιος περιέχει λίγους καλούς στίχους: πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου. Μα τα περισσότερα δεκαπεντασύλλαβα δίστιχα είναι πολύ δύστυχα. Προσπαθεί να εντυπωσιάσει (και το κατάφερε) με τα παραδοσιακά λαϊκά θέματα της φτώχειας και του σπαραγμού της χαροκαμένης μάνας και με μάλλον εύκολες, μάλλον φτηνές ρίμες:-

Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δεν θωρείς που κλαίω

και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω.

Εδώ ανατρέπει στη 2 γραμμή τη συνηθισμένη σύνταξη “τα πικρά που σου λέω” ή “που τα πικρά…”. Θα μπορούσε να γράψει και “γρικάς την πίκρα όλη που λέω” ή ακόμα “και δεν θωρείς το πέλαγος της πίκρας όπου πλέω”. Έτσι θα υπήρχε η αντίθεση κλειστών και ανοιχτών ματιών (όχι αυτιών) και κάποια παρήχηση. Μα πολλή περισυλλογή δεν υπάρχει στον Ρίτσο.

Τραχύ, μπανάλ, κακόγουστο είναι το δίστιχο της μαλλιαρής Δημοτικής:-

Δώστε μου αϊτοί νύχια φτερά για ναν τους κυνηγήσω

και την καρδιά τους μύγδαλο, ναν τήνε ρουκανίσω.

Ο ρυθμός σπάει στην 1η γραμμή και η τιμωρία στη 2η δεν ακολουθεί τα “νύχια” που γρατζουνούν ή, το πολύ, γδέρνουν μα δεν “ροκανίζουν”!

4. Το δραματικό δήθεν Ελένη είναι από τα χειρότερα όχι μόνο του Ρίτσου μα όλης της ελληνικής λογοτεχνίας. Είναι τόσο κοινή πλέον η κακογουστιά, η έλλειψη στοιχειώδους παιδείας και κριτικής ευαισθησίας, που το έχουν ανεβάσει στη σκηνή στην Αθήνα, στην Πάτρα και αλλού.

Όλη η γραφή διαρρέει κοινοτυπία, πλατειασμό και χυδαιότητα. Μένω εδώ με δυο από τα στοιχεία της κακοτεχνίας του Ρίτσου: την ανικανότητά του να δώσει μια καλή παρομοίωση (ή μεταφορά) και τη συνήθειά του να χάνεται στο δεύτερο σκέλος της παρομοίωσης που δεν σχετίζεται με και δεν φωτίζει καθόλου το πρώτο. Παίρνω ένα μικρό απόσπασμα ως δείγμα:-

Η μυρωδιά του καφέ| περνάει απ’ το διάδρομο,

πλημμυρίζει το σπίτι, κοιτιέται στον καθρέφτη| σαν ένα πρόσωπο

κουτό, μελαχρινό, αναιδές, με αχτένιστα τσουλούφια,| με δυο

ψεύτικα γαλάζια σκουλαρίκια…

Είναι μια φτηνή απόπειρα να μιμηθεί την “κίτρινη ομίχλη” (yellow fog) του Έλιοτ στην αρχή του The Love Song of J Alfred Prufrock.

Εδώ είναι η μυρωδιά του καφέ όχι η άχνα του (ο ατμός) που κινείται και “κοιτιέται” (=αντανακλάται) στον καθρέφτη! Η μυρωδιά δεν έχει μορφή, χρώμα για να αντανακλάται σε καθρέφτη! Μετά, παρομοιάζεται με “πρόσωπο κουτό” κλπ και “δυο ψεύτικα σκουλαρίκια”. Ποια αντιστοιχία μπορεί να  υπάρχει μεταξύ “μυρωδιάς καφέ” και “προσώπου”; Καμιά. Ποια μεταξύ “αχτένιστων τσουλουφιών” ή “ψεύτικων σκουλαρικιών” και μυρωδιάς καφέ; Καμιά! Ο στιχοπλόκος ξεχνά τη μυρωδιά με την οποία άρχισε και χάνεται στις λεπτομέρειες του δεύτερου σκέλους που, κανονικά, θα έπρεπε να φωτίσει το πρώτο, τη μυρωδιά του καφέ!

Ο Ρίτσος δυστυχώς είναι συνεχώς χαμένος!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *