Ο Śaṅkara είναι ο μεγάλος βαθυστόχαστος φιλόσοφος της Ινδίας που αναζωπύρωσε τη Βεδική Παράδοση, όταν είχε βουλιάξει σε πάμπολλες φιλοσοφικές διδασκαλίες ακόμα και μιας κυνικής υλιστικής θεωρίας. Το έκανε διατυπώνοντας εκ νέου τον αρχαίο μονισμό που ανιχνεύεται σε πολλούς ύμνους του ṚgVeda όπως π.χ. «Τι όντως είναι το Ένα που στη μορφή του Αγέννητου εδραίωσε κάθε μια και όλες τις διαστάσεις [του Σύμπαντος];» (1.164.6). Ο μονισμός που διδάσκει πως ένα είναι το Ον, η Πρωταρχή, Πρωτουσία και Πρωταιτία των πάντων: εκείνο είναι αμετάβλητη Αλήθεια ενώ οι εκδηλώσεις του κόσμου είναι ρευστή, μεταβαλλόμενη Αν-αλήθεια.
Συχνά για να καταπολεμήσει τις διάφορες θεωρίες, ο Σάνκαρα έπρεπε να επιδοθεί και σε γραμματικές ή γενικά γλωσσικές αναλύσεις. Γνώριζε άριστα τόσο τα κείμενα, ιερά και μη, της εποχής του όσο και τη Σανσκριτική στην οποία ήταν γραμμένα. Και σε κάθε ανάλυση κατευθύνει την προσοχή του αναγνώστη (ή ακροατή αν επρόκειτο για προφορική συζήτηση) στην κεντρική αλήθεια της φιλοσοφίας Βεδάντα ότι ο Άτμαν, ο Αληθινός Εαυτός είναι ίδιος σε κάθε άνθρωπο και ίδιος με τον Εαυτό του Σύμπαντος, με το Απόλυτο, το Μπράχμαν. Αυτό κάνει και στην εκτεταμένη ανάλυση του mahā-vākya, της μεγάλης πρότασης tat tvam asi Εκείνο εσύ είσαι (Chāndogya Ουπανισάδα 6.3.13). Μα πριν εξετάσουμε ενδελεχώς την ανάλυση αυτή, σήμερα θα κοιτάξουμε την ανάλυσή του μιας άλλης όχι τόσο γνωστής πρότασης στα σχόλιά του στο Brahmasūtra (3.3.9).
Εκεί ο Σάνκαρα παίρνει την πρόταση (Chāndogya 1.1.1) «Το άτομο ας περισυλλογίζεται (upasīta) την άφθαρτη συλλαβή (akṣara) ΟΜ ως Udgītha». ΟΜ είναι ο Ιερός Λόγος, η πρωταρχική δόνηση με την οποία αρχίζουν οι εκδηλώσεις στην ουσία της Απόλυτης Φύσης. Udgītha είναι μια ανώτερη μελωδία στην ψαλμωδία sāman οποιουδήποτε ύμνου.
Υπάρχουν 4 τρόποι, γράφει ο Σάνκαρα ως αντιρρησίας, να ερμηνευτεί η σχέση αυτή:
α. adhyāsa υπερεπιβολή. Δηλαδή όταν η ιδέα ή μορφή ενός πράγματος υπερεπιβάλλεται σε κάτι διαφορετικό όπως η ιδέα του θεού Viṣṇu μπαίνει σε ένα άγαλμα που τώρα περνά και λατρεύεται ως ο Θεός Βίσνου.
β. apavāda απόρριψη/απάλειψη. Δηλαδή μια ορθή ιδέα εκδιώχνει μια λάθος ιδέα διαλύοντας μια σύγχυση. Όπως λέει ο Σάνκαρα, όταν κάποιος συνειδητοποιεί πως ο αληθινός Εαυτός δεν πρέπει να συγχέεται με ή επιβάλλεται πάνω στο σώμα, μυαλό κλπ., που είναι η συνηθισμένη αντίληψη εαυτού, ο κοινός εμπειρικός εαυτούλης. Η αληθινή ιδέα εξαλείφει την πλανερή αντίληψη.
γ. ekatva ταυτότητα. Όπως όταν ο βραχμάνος brāhmaṇa δηλώνεται με τον όρο «ο καλύτερος των διγέννητων» (dvijotta: οι 3 ανώτερες κάστες) ή η βασιλική οικογένεια «ύψιστη των αριστοκρατών».
δ. viśeṣaṇa (προσδιοριστικό) επίθετο. Όπως όταν μια λέξη συγκεκριμενοποιεί προσδιορίζοντας την έννοια, ιδέα ή μορφή μιας άλλης: π.χ. η δίχως-κέρατα αγελάδα. Ή όταν λέμε «έπιασε φωτιά το χωριό», μα μόνο 2-3 σπίτια κάηκαν – όπου το σύνολο υποδηλώνει ένα μέρος μόνο. (Ή το αντίθετο όπως όταν λέμε «δεσποινίς 16 Μαΐων» όπου το μέρος (ο ένας μήνας ο Μάιος) υποδηλώνει το σύνολο των 12 μηνών, ένα έτος.
Ο Σάνκαρα υιοθετεί απλά την τέταρτη σχέση επιθέτου: «Ο οπαδός συλλογίζεται τη συλλαβή ΟΜ όχι σε σχέση με τον Βέδα ως σύνολο (ή τις ψαλμωδίες και άλλες απόψεις) όπου εκφράζεται αλλά μόνο ως Udgītha, που είναι μέρος του όλου».
Τέτοιος προσδιορισμός (lakṣaṇā) είναι μεταφορικός αφού χρησιμοποιούμε το μέρος αντί του συνόλου (δηλ. το σχήμα λόγου «συνεκδοχή»). Μα εδώ ο Σάνκαρα διακρίνει δυο τύπους μεταφορικού προσδιορισμού. «Υπάρχει ο τύπος εγγύτητας και ο τύπος απομάκρυνσης. Στην περίπτωση υπερεπιβολής έχουμε απόμακρο τύπο, στην περίπτωση συνεκδοχής (μέρος για το σύνολο: viśeṣaṇa = επίθετο) έχουμε τον τύπο εγγύτητας αφού αναφερόμαστε όχι σε διαφορετικά πράγματα μα στο ίδιο πράγμα».
Όταν η θεότητα Βίσνου υπερεπιβάλλεται στο άγαλμα έχουμε δυο εντελώς διαφορετικά πράγματα διότι η θεότητα δεν είναι το άγαλμα: είναι καθαρά μεταφορική χρήση. Αυτό είναι viprakṛṣṭa.
Όταν χρησιμοποιούμε το μέρος για το σύνολο ή το αντίθετο («έπιασε φωτιά το χωριό» – σε δυο σπίτια μόνο όμως), αναφερόμαστε στο ίδιο πράγμα, τα σπίτια του χωριού. Αυτό είναι saṃnikṛṣṭa.
Ακόμα και καλόπιστοι ακόλουθοι μπορεί εδώ να πουν πως ο Σάνκαρα «διϋλίζει τον κώνωπα». Και από μια άποψη έχουν δίκιο. Μα, από άλλη άποψη «διϋλίζει τον κώνωπα» ακριβώς για να μη γίνει λάθος. Αφού υπάρχει ένα βαθύτερο, λεπτότερο επίπεδο στην ανάλυση, πρέπει ο ικανός, ο καλός αναλυτής να φθάσει σε αυτό. Έτσι οι έννοιες και ιδέες γίνονται ξεκάθαρες.