Ένας καλοντυμένος πλούσιος λευκός μπήκε σε ένα μπαρ στο Μαϊάμι. Κοίταξε γύρω και πρόσεξε ανάμεσα στους θαμώνες μια μαύρη να κάθεται σε μια άκρη μονάχη σε ένα τραπεζάκι.
Πήγε στο μπαρ, έβγαλε το πορτοφόλι του επιδεικτικά και είπε στον μπάρμαν φωναχτά: “Κερνώ όλους τους πελάτες σου εκτός από τη μαύρη εκεί πέρα”.
Ο μπάρμαν πήρε τα χρήματα και σερβίρισε τα ποτά στους θαμώνες εκτός από τη μαύρη γυναίκα. Εκείνη κοίταξε απλά τον πλούσιο και του φώναξε: “Ευχαριστώ!”.
Ο λευκός οργίστηκε και είπε στον μπάρμαν: “Αυτήν τη φορά κερνώ όχι μόνο ποτά μα και φαγητό σε όλους εκτός από τη μαύρη εκεί πέρα”.
Ο μπάρμαν πήρε πάλι τα λεφτά και σερβίρισε τα ποτά και τα φαγητά εκτός από τη μαύρη.
Εκείνη χαμογέλασε τώρα και είπε πάλι φωναχτά: “Ευχαριστώ πολύ!”.
Ο λευκός έμεινε έκπληκτος. Περίμενε ώσπου ο μπάρμαν να τελειώσει το σερβίρισμα και όταν αυτός γύρισε πίσω από το μπαρ, τον ρώτησε: “Τι συμβαίνει με αυτήν τη μαύρη; Κέρασα τους πάντες ποτά και φαγητό εκτός από κείνη και αυτή, αντί να θυμώσει και να με βρίσει, με ευχαριστεί. Είναι μουρλή;”.
Ο άντρας γέλασε και είπε στον γενναιόδωρο λευκό: “Όχι, κύριε, δεν είναι τρελή. Είναι η ιδιοκτήτρια του μπαρ”.
Έτσι συχνά θέλοντας να κάνουμε κακό σε άλλον, του κάνουμε καλό χωρίς να το θέλουμε.