Το 1612 ο John Rolfe στην αγγλική αποικία Jamestown της Αμερικής έκανε την πρώτη συγκομιδή μεγάλης σοδειάς καπνού. Έτσι αυτή η αποικία ανακάλυψε την καινούρια καλλιέργεια που της επέφερε μεγάλο κέρδος.
Οι Άγγλοι έποικοι τότε άρχισαν να εξαπλώνονται πέρα από τη Τζέϊμσταουν εγκαθιδρύοντας όμοιες καλλιέργειες και άλλες φάρμες κατά μήκος του ποταμού Τζέιμς (όνομα του Άγγλου βασιλιά). Μα αυτή η κίνηση καταλάμβανε όλο και περισσότερα εδάφη της Περιοχής των Powhatan ιθαγενών. Αρχικά αυτοί δεν φάνηκαν να προσβάλλονται και συνέχισαν τις φιλικές συναλλαγές και σχέσεις με τους αποίκους. Μερικοί μάλιστα εργάζονταν στα νέα αγροκτήματα των Άγγλων.
Αλλά στις 22 Μαρτίου 1622 οι Παουχάταν μαζεύτηκαν σε διάφορες φάρμες σε μεγάλους αριθμούς για εργασία κι εμπόριο, δήθεν. Τη δεδομένη ώρα δόθηκε κάποιο σινιάλο και αυτοί άρχισαν να επιτίθενται στους ξένους που βρέθηκαν εντελώς ανέτοιμοι. Εκατοντάδες Άγγλοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά θανατώθηκαν στα χωράφια και στα σπίτια τους.
Ένας νεαρός ιθαγενής που συμπαθούσε τους Άγγλους το ίδιο πρωινό ειδοποίησε τους κατοίκους της πόλης Τζέϊμσταουν οι οποίοι τότε πρόλαβαν να οχυρώσουν την πόλη και να απωθήσουν τους ιθαγενείς. Επίσης ειδοποίησαν άλλες μικρές κοινότητες και βοήθησαν να αποκρούσουν τις επιθέσεις. Έτσι γλύτωσαν.
Η σφαγή εξόντωσε το ένα τρίτο των αποίκων και μερικές κοινότητες εξολοθρεύθηκαν, χωρίς να μπορέσουν ποτέ να αναβιώσουν.
Η Τζέϊμσταουν ιδρύθηκε τον Μάιο 1607 από τη Virginia Company στα εδάφη που είναι η σημερινή Πολιτεία με το ίδιο όνομα Virginia. Ξεκίνησε με 104 εποίκους. Τα νερά ήταν βαθιά και φτιάχτηκε καλό λιμάνι. Η τοποθεσία ήταν υπερασπίσημη και αρχικά οι ιθαγενείς ήταν φιλικοί.