Δημιουργούμε ανεξάρτητες αρχές (καθώς πρέπει σε ένα κράτος δικαίου…) και μετά τις εγκαταλείπουμε στην τύχη τους.
Να μερικές σκέψεις για όλους από τρεις αρθρογράφους της Καθημερινής. Φωτίζουν χωρίς να μπορούν να διορθώσουν την ανίατη σχιζοφρένεια και ανηθικότητα του έθνους μας και, ιδίως, του πολιτικάντικου σκηνικού.
H κυβέρνηση, επειδή αυτοπροσδιορίζεται ως μεταρρυθμιστική, διπλασιάζει τον μισθό των μητροπολιτών, αλλά όχι και των κληρικών. Το ΠΑΣΟΚ, επειδή αυτοπροσδιορίζεται ως θεσμική αντιπολίτευση, δεν αντιδρά στην οικονομική στήριξη των αρχιερέων και καταθέτει πρόταση για δωρεάν μετακινήσεις στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς για τους κάτω των 24 χρόνων. Το κόμμα Τσίπρα, επειδή είναι πιο αριστερό και πιο ριζοσπαστικό, επίσης δεν ενοχλείται με το δώρο στην Εκκλησία, αλλά πλειοδοτεί έναντι του ανταγωνιστή του στον προοδευτικό χώρο, αντιπροτείνοντας δωρεάν μετακίνηση με τα ΜΜΜ για όλους πλην τουριστών
Τι μαθαίνουμε από όλα αυτά; Οτι η Εκκλησία εξακολουθεί να έχει τεράστια πολιτική επιρροή, ότι η παραδοσιακή ψηφοθηρική κουλτούρα δεν έχει αλλάξει, θεωρητικά και πρακτικά, ότι οι διαρθρωτικές αλλαγές εγκαταλείπονται ακόμη και ως προεκλογική εξαγγελία και αντικαθίστανται από υποσχέσεις παροχών, η έκταση και το βάθος των οποίων ποικίλλουν ανάλογα με το πολιτικό υποκείμενο που τις υποστηρίζει. (Αγγελική Σπανού – Συναίνεση στον λαϊκισμό.)
Αν μάλιστα αρχίσουμε να διυλίζουμε τα κονδύλια του κρατικού προϋπολογισμού, θα βρεθούμε σε λογής λογής σπατάλες. Η κυβέρνηση, π.χ., έχει δαπανήσει τα τελευταία χρόνια περίπου 1,3 δισ. ευρώ σε δαπάνες συμβουλευτικών εταιρειών από το 2019 έως το 2025. Για να μη μιλήσει κανείς για τα δισεκατομμύρια ευρώ που έχουν δοθεί χωρίς καμία εξήγηση σε υπερβάσεις δημοσίων έργων ή για το οριζόντιο μοίρασμα δυσανάλογα μεγάλων «επιστρεπτέων προκαταβολών» χωρίς εισοδηματικά κριτήρια την εποχή της COVID. (Νότης Παπαδόπουλος – Ποιοι ποτίζουν τα λεφτόδεντρα;)
Η ευθύνη της κοστολόγησης των προτάσεων πολιτικής που διατυπώνουν τα κόμματα έχει αποδοθεί νομοθετικά στο Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, μια σημαντική ανεξάρτητη αρχή που θεσπίστηκε το 2014 και άρχισε να λειτουργεί το 2015 στα πρότυπα των αντίστοιχων Αρχών που συστάθηκαν στις περισσότερες χώρες-μέλη της Ε.Ε. μετά το 2010. Το Συμβούλιο έχει την ευθύνη να αξιολογεί τον κρατικό προϋπολογισμό, να γνωμοδοτεί πριν από την κατάθεσή του στη Βουλή και να παρακολουθεί την εκτέλεσή του. Του δόθηκε, επιπλέον, η συναφής ευθύνη να κοστολογεί τη δημοσιονομική επίπτωση των πολιτικών προτάσεων των κομμάτων. Δυστυχώς όμως –μας εξηγούν– δεν του δόθηκαν μαζί και όλα τα απαιτούμενα μέσα για να το κάνει.
Το συνηθίζουμε στη χώρα μας. Δημιουργούμε ανεξάρτητες αρχές (καθώς πρέπει σε ένα κράτος δικαίου…) και μετά τις εγκαταλείπουμε στην τύχη τους – δείτε, παράδειγμα, την αδιαφορία των κυβερνήσεων για την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Από μια πρώτη διερεύνηση του θέματος διαπιστώσαμε ότι το Δημοσιονομικό Συμβούλιο για να είναι σε θέση να αντεπεξέλθει έγκαιρα και με επάρκεια στις ανάγκες κοστολόγησης πολιτικών προτάσεων θα έπρεπε, πρώτον, να ενισχυθεί με επαρκές ικανό επιστημονικό προσωπικό, με κατάλληλη τεχνογνωσία και με σύγχρονες υπολογιστικές εφαρμογές. Δεύτερον, θα έπρεπε να συνάψει συμφωνία με τη φορολογική αρχή, την ΑΑΔΕ, ώστε να μπορεί να αντλεί τα στοιχεία που κάθε φορά θα χρειάζεται για να κοστολογήσει μια πρόταση. (Κώστας Καλλίτσης – Περί κοστολόγησης.)