Νομίζουμε πως το δόσιμο σε περιστατικό γενναιοδωρίας έρχεται με την απόκτηση αφθονίας, πλούτου. Όταν έχουμε αρκετά, μπορούμε να φανούμε γενναιόδωροι. Μα οι σοφοί το βρίσκουν αυτό καταγέλαστο. Το “αρκετό” ποτέ δεν μπορεί να προσδιοριστεί με σιγουριά. Είναι ένα φάντασμα που κυνηγούμε στις τραπεζικές καταθέσεις μας και άλλες οικονομίες.
Αληθινή γενναιοδωρία είναι να δίνουμε όταν τα πορτοφόλια μας έχουν αδειάσει μα η καρδιά δεν ανησυχεί.
Από μια άποψη αυτό είναι τρέλα. Μα δεν διαφέρει από έναν ήλιο που δίνει φως συνεχώς και δεν νοιάζεται. Ή από ένα ποτάμι που συνεχώς φουσκώνει ποτίζοντας χωράφια που δεν λένε ποτέ “ευχαριστώ”. Είναι και η βλάστηση που εκπνέει ασταμάτητα οξυγόνο χωρίς να απαιτεί την ευγνωμοσύνη και φροντίδα μας.
Ήταν ένας ζητιάνος έξω από το Μπενάρες κοντά στο ποτάμι. Δεν είχε τίποτα πέρα από το ρούχο που φορούσε και ό,τι του έδιναν οι περαστικοί να φάει. Δεν είχε σπίτι, ούτε οικογένεια, ούτε μια δεκάρα. Καθόταν κάτω από ένα δέντρο, ο ίδιος λιγνός σαν κούτσουρο, τυλιγμένος στη σιωπή του κι έτρωγε το τελευταίο κομμάτι ψωμί. Ένα σκυλί, ακόμα πιο λιγνό, πλησίασε τρέμοντας, κουνώντας την ουρά του, πεινασμένο. Αδίστακτα ο ζητιάνος του έδωσε το λίγο που του είχε απομείνει. Εκείνη την ώρα ο ήλιος που έγερνε να δύσει πήρε νέα λάμψη και το σούρουπο γέμισε με φως λαμπρό. Κανένας όμως δεν το είδε, μόνο ο γερο-ζητιάνος.
Η δύναμη τέτοιας προσφοράς είναι μεγάλη σαν του θεού Ήλιου! Γιατί είναι η ίδια αγνή καρδιά στον Ήλιο και στον Άνθρωπο, Κι ας απλώνεται για τους πολλούς μαυρίλα της απελπισίας.
Κάθε μέρα σου κλέβει λίγο από τη ζωή σου. Μα κάθε μέρα ο ήλιος σου δίνει φως, το ποτάμι νερό και η φυλλωσιά οξυγόνο!