Π295: Καβάφης

Π295: Καβάφης

- in Ποίηση
0

Πριν από πολλά έτη, νεαρός φοιτητής, νόμιζα πως μου άρεσε ο Καβάφης. Διαβαζόταν εύκολα με τον ελεύθερο στίχο (και ποιήματα με ρίμα) και τους διαφορετικούς τόνους φωνής στους μονόλογούς του: λυρικός, σατιρικός, σοβαρός γεροντικός, ηδονικής ανάμνησης κλπ. Πέρασαν τα χρόνια, άλλαξαν πολλά γούστα στη μουσική και στην ποίηση – και ο Καβάφης έπαψε να με ελκύει. Τον θυμήθηκα διαβάζοντας με πολλή περιέργεια τέσσερα άρθρα του Ηλία Μαγκλίνη στην Καθημερινή: 1- 4/10/25.

Θεωρείται σπουδαίος ποιητής («κορυφαίος, μεγαλοφυΐα», στο 2ο άρθρο του Μαγκλίνη) από πολλούς άλλους, διότι γράφει πιο πεζά, δίχως πυκνότητα και λεπτότητα συναισθημάτων με μεταφορές και άλλα σχήματα λόγου, εισάγοντας νέο είδος ποίησης.

Στο 2ο άρθρο του ο Μαγκλίνης λέει πως ο Καβάφης ωρίμασε και βιολογικά και ποιητικά γύρω στο 1910 «οπότε και γράφει την πασίγνωστη σήμερα Ιθάκη». Πολλοί θεωρούν το «Ιθάκη» ορόσημο και πολλοί το αναφέρουν ως σπουδαίο (από τα καλύτερα του Καβάφη), όπως περίπου «Ο βασιλιάς της Ασίνης» του Σεφέρη. Στο ποίημα εδώ ο Καβάφης μονολογεί ως ώριμος γέροντας που διδάχτηκε πολλά από τη ζωή και τώρα μας νουθετεί. Είναι διδακτικό ποίημα – «Να εύχεσαι … μη φοβάσαι… να σταματήσεις…» κλπ. Μα η στόχαση και νουθεσία μου φαίνεται μάλλον ρηχή. Σε μια γραμμή μόνο συμβουλεύει «να μάθεις από τους σπουδαγμένους», μα έχει 4 γραμμές για τα αγαθά (σεντέφια, κοράλλια κλπ.) που πρέπει να αποκτήσουμε στα Φοινικικά εμπορεία – και μάλιστα «άφθονα ηδονικά μυρωδικά»! Τελικά ποια πείρα και σοφία αποκτάμε; Ούτε λέει ξεκάθαρα μα ούτε υπονοεί κάτι αξιόλογο που φέρνει γαλήνη και ικανοποίηση βαθιά.

Συγκρίνετε το «Ιθάκη» με το Journey of the Magi του Έλιοτ. Το αγγλικό ποίημα δεν διδάσκει φανερά καθόλου. Έχει τον ρυθμό ενός γέροντα που θυμάται καθαρά μα όχι δίχως κόπο τις λεπτομέρειες του ταξιδιού και την τελική συγκλονιστική εμπειρία γέννησης (του Ιησού) μα και θανάτου (της δικής του παλαιάς νοοτροπίας και ψυχοσύνθεσης): but set down/ Τhis set down/ This: were we led all that way for/ Birth or Death?… Ο ρυθμός εδώ (κυρίως, αν και τον αισθάνεσαι παντού) και η δομή των στίχων ενισχύουν το νόημα, την κατάπληξη και την αποδοχή της εμπειρίας (I should be glad of another death). Δεν βρίσκεις τίποτα τέτοιο στις γραμμές του Καβάφη – που είναι σχεδόν πρόζα κομμένη για να φαίνεται «ποίηση»! Μόνο η γραμμή «αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου» έχει προσωποποίηση και μεταφορά. Δεν υπάρχει άλλο σχήμα λόγου στις 36 γραμμές.

Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο του Στέλιου Ράμφου Σαν αφθαρσία μέσα μας (εκδ. Αρμός) από το οποίο ο Μαγκλίνης παραθέτει (στα άρθρα του 3 και 4) μερικές κρίσεις.

Μια κρίση (στο άρθρο 4) λέει «το στοίχημα που έβαλε και κέρδισε ο Καβάφης ήταν η εσωτερική θέαση της ζωής με υπόβαθρο τη σκέψη». Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι «η εσωτερική θέαση της ζωής» (σε αντίθεση με την εξωτερική;) αλλά το «υπόβαθρο της σκέψης» είναι χαμηλό, σαθρό και ασταθές.

Στο «Βήματα» που είναι περίπου ίδιας εποχής (1909), έχουμε μια δραματική σκηνή. Ο Νέρων κοιμάται ήσυχα στο χλιδάτο κρεβάτι του, μα σε άλλη αίθουσα τα αγαλματίδια των οικιακών θεών (οι Λάρητες) τρέμουν και προσπαθούν να κρυφτούν καθώς ακούνε μια βοή ν’ ανεβαίνει τη σκάλα, «βήματα σιδερένια που τραντάζουν τα σκαλιά» – τα βήματα των Ερινύων, οι οποίες φέρνουν δίκαιη τιμωρία. Μα αφού οι Ερινύες είναι θεότητες, πνεύματα που τιμωρούν οδυνηρά, είναι δύσκολο να βηματίζουν, να ανεβαίνουν σκαλιά με «βήματα σιδερένια». Το επίθετο «σιδερένιο – » χρησιμοποιείται μεταφορικά εδώ για να δείξει την άκαμπτη, σκληρή θέληση των τιμωρών αλλά η επιλογή αυτή (αντί, ας πούμε, «βήματα βροντερά που τραντάζουν τα σκαλιά») είναι άστοχη διότι αμέσως φαντάζεσαι σιδερένια μποτίνια ή πέδιλα – που δεν ταιριάζουν καθόλου στις Ερινύες.. Η χρήση της «βοής» επίσης μου φαίνεται άστοχη, διότι ενώ σημαίνει και «θόρυβος» έχει και την έννοια του συνεχόμενου βόμβου ή βουητού όχι του σχετικά σύντομου ήχου ενός βήματος που πέφτει «μπανγκ, μπανγκ».

Ο Ράμφος κάνει μια ακόμα κρίση: «Το έργο του Καβάφη ανατρέπει την πεποίθηση ότι η ποίηση είναι γλώσσα συγκινήσεως και το πεζό γλώσσα της διάνοιας… Στην ποίηση του Καβάφη η σκέψη ως «θέμα» του ποιήματος διαπερνά και φωτίζει πνευματικά την ρεαλιστική του καταγραφή, αντί να δίνει απλώς μορφή σε κάποιο προϋπάρχον συναίσθημα». Δεν την ανατρέπει καθόλου παρότι πολλά πεζά έχουν ποιητικό στοιχείο ενώ ένα διανόημα δεν γίνεται ποίηση επειδή οι γραμμές μοιάζουν με στίχους.

Ο Καβάφης σκέφτεται, οπωσδήποτε, και αισθάνεται συγκινήσεις, τις οποίες και αναπολεί («Μια νύχτα», «Φωνές» κ.α.) μα δεν γράφει καλή ποίηση. Άλλο στοχασμοί από εμπειρίες της ζωής ή πάνω στη ζωή, και άλλο η ποιητική έκφρασή τους – όπως σημείωσα πιο πάνω για τον Έλιοτ ο οποίος μας δίνει ωραιότατη ποίηση.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *