Π296: Αντικειμενική Αντιστοιχία (Β)

Π296: Αντικειμενική Αντιστοιχία (Β)

- in Ποίηση
2

Πώς μπορεί να υπάρξει συγκίνηση δίχως κάποιο νόημα πρώτα;…

3. Δυστυχώς, ούτε ο Σεφέρης, ούτε π.χ ο Βαγενάς μοιάζουν να είχαν καταλάβει πλήρως το νόημα των λόγων του Έλιοτ – και άλλων, όπως ο I. Richards, ο οποίος επίσης χρησιμοποιούσε τον όρο objective correlative στο Πανεπ. Κέμπριτς.

Η παρανόηση αρχίζει με τη “συστοιχία”. Ο Σεφέρης συνέχισε με επεξηγηματική διεύρυνση του όρου, γράφοντας πως ο ποιητής πρέπει να βρει “μια σκηνοθεσία καταστάσεων, ένα πλαίσιο γεγονότων, έναν μορφικό τύπο” (σ 347). Δυστυχώς ο Σεφέρης κάνει κι άλλα λάθη στις μεταφράσεις πεζών κειμένων του Έλιοτ και μερικά από αυτά έχουν επισημανθεί από διάφορους. (Τη μετάφρασή του Έρημη Χώρα, το Waste Land του Έλιοτ, που έκανε ο Σεφέρης, δεν την έχω κοιτάξει.)

Ο Ν. Βαγενάς πάει πολύ πιο πέρα και διαστρεβλώνει εντελώς το νόημα του όρου objective correlative. Γράφει: “σύμφωνα λοιπόν με τον ορισμό του Έλιοτ, τα όρια της αντικειμενικής συστοιχίας είναι απέραντα” (;!;!). Αμέσως προσθέτει: “η αντικειμενική συστοιχία, με τη γενική της έννοια [σάμπως και ο Έλιοτ έδωσε και άλλη έννοια!], δεν είναι παρά μια άλλη ονομασία γι’ αυτό το οποίο στην τέχνη αποκαλούμε μορφή…” (σ 58, Η Ειρωνική Γλώσσα). Απεναντίας, η Αντικειμενική Αντιστοιχία είναι περιορισμένη σε κάθε περίσταση αλλά οι περιστάσεις όπου χρησιμοποιείται μπορεί να είναι όντως απεριόριστες. Έτσι π.χ. έχουμε τρεις περιστάσεις (ή και περισσότερες) με “ρόδινα μάγουλα/χείλια/δάχτυλα” κλπ, αλλά μόνο τη μια αντιστοιχία των μάγουλων/χειλιών/δαχτύλων με το ροζ ρόδο.

Αναρωτιέμαι αν ο Ν. Βαγενάς διάβασε το πρωτότυπο του Έλιοτ, διότι παντού ακολουθεί αβασάνιστα τον Σεφέρη. Έτσι γράφει: “Όταν ο Έλιοτ παρουσιάζει τον Προύφροκ να λέει με την περίφημη φράση του – μέτρησα τη ζωή μου με το κουταλάκι του καφέ – ακολουθεί τη λαθεμένη μετάφραση του Σεφέρη. Το πρωτότυπο είναι: I have measured out my life with coffee spoons ‘Μοίρασα ( measure out, και μέτρησα [όχι μόνο ‘μέτρησα’]) τη ζωή μου με κουταλάκια του καφέ’. Αν μη τι άλλο, δεν πρέπει να χάνεται ο προφανέστατος πληθυντικός! Αλλού όμως ο Ν. Βαγενάς υποδείχνει κάποιο μεταφραστικό λάθος του Σεφέρη. Aλλού πάλι μεταφράζει τη φράση dissοciation of sensitivity ως ‘διάσπαση’ αντί του ορθού ‘απόσπαση/αποστασιοποίηση της ευαισθησίας’. Επειδή δεν μπορεί κανείς να είναι σίγουρος για όλες αυτές τις μεταφράσεις, είναι αναγκαίο να διαβάζει το αγγλικό πρωτότυπο.

Τώρα, ο Έλιοτ ούτε είπε ούτε υπαινίχθηκε πουθενά τέτοιες παραξενιές. Τέτοιες παρερμηνείες (και διάφορες κινήσεις στη Γαλλία από τα τέλη του 19ου αιώνα) οδήγησαν τους Έλληνες ποιητές στη δεκαετία 1930 κι έπειτα στη συγγραφή παράλογων και συχνά παρανοϊκών κειμένων που περνάνε για ποίηση (Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος κ.α.). Στη βάση βρίσκονται ορισμένα κριτήρια που διατυπώνει ωραία ο Ν. Βαγενάς κι εγώ συνοψίζω εδώ:

α) Ελεύθερος στίχος – δίχως μέτρο ή ρίμα.

β) Περισσότερη δραματικότητα, λιγότερη λυρικότητα

γ) Καθημερινό λεξιλόγιο – της προφορικής ομιλίας.

δ) Σκοτεινότητα διανοητικής φύσης: πιο δυσνόητο το ποίημα!

Το πρώτο σημείο και το τρίτο έχουν λογική βάση. Το δεύτερο είναι συζητήσιμο. Πουθενά όμως ο Έλιοτ δεν χρησιμοποίησε όρους που σημαίνουν “σκοτεινότητα”, αν και έγραψε πως στην εποχή μας ο ποιητής θα πρέπει μάλλον να είναι “δύσκολος” και οπωσδήποτε “υπαινικτικός”. Ο ίδιος σίγουρα είναι τέτοιος – και σε διάφορα μέρη ακαταλαβίστικος και ασυνάρτητος. Αλλά και ρίμα χρησιμοποιεί και μέτρο, ακόμα και στα ποιητικά δράματά του, ενώ η ποίηση του ακόμα και στα Τέσσερα Κουαρτέτα έχει μεγάλη λυρικότητα σε πολλά τμήματα. Επίσης σχεδόν όλα τα κομμάτια στο Θερινό Ηλιοστάσι του Σεφέρη είναι λυρικά, έστω και αν είναι, τα περισσότερα, ακαταλαβίστικα.

Γιατί, όμως, το ποίημα πρέπει να γίνεται δυσνόητο για να μεταδώσει κάποια “συγκίνηση”, όπως το θέλει ο Σεφέρης (ο “σκοτεινός δρόμος” του ως ποιητή, όπως λέει στο Μονόλογος πάνω στην Ποίηση), και όπως το θέλουν άλλα εξίσου παραπλανημένα μυαλά;… Αυτό εγώ το βρίσκω δυσνόητο. Προσέξτε καλά: η διάνοια, η κορυφαία λειτουργία του ανθρώπου για κατανόηση κι επικοινωνία, πρέπει να χρησιμοποιηθεί τώρα για να μεταδώσει όχι αλήθεια και νόημα αλλά ακατανοησία, και για να επικοινωνήσει όχι νοηματικά αλλά συγκινησιακά! Μα πώς μπορεί να υπάρξει συγκίνηση δίχως κάποιο νόημα πρώτα;…

4. Έχω γράψει συχνά πώς λειτουργεί η Αντικειμενική Αντιστοιχία στο ποίημα και ως σύνεργο κριτικής ανάλυσης. Παίρνω λίγες γραμμές από το Βασιλιάς της Ασίνης. Η παρουσία της Αντικειμενικής Αντιστοιχίας δημιουργεί έναν όμορφο στίχο, η απουσία της σκαρώνει σύγχυση.

Και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλα τείχη.

Εδώ καθώς το φως του ήλιου πέφτει πάνω στα τείχη αντανακλάται από λείες, γυαλιστερές μικρές πέτρες κι έτσι, χάρη στις λαμπερές αντανακλάσεις, δίνεται η εντύπωση πως τρίβονται διαμαντικά. Αλλά, επιπλέον, η αστραφτερή λάμψη ταιριάζει με το κάστρο του βασιλιά καθώς υπαινίσσεται πλούτο και μεγαλοπρέπεια – κι ας μη φαίνεται τώρα στα ερείπια. Υπάρχει επαρκέστατη Αντικειμενική Αντιστοιχία παρότι δεν υπάρχει τριβή διαμαντικών.

Επαρκής Αντικειμενική Αντιστοιχία βρίσκεται νωρίτερα όταν ο Σεφέρης περιγράφει τις φλέβες του βράχου –

“στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας / στ’ άγγιγμα του νερού.”

Εδώ οι ραγισματιές ή άλλες γραμμές του βράχου μοιάζουν με κλήματα. Αλλά διαφορετική είναι η γραμμή πιο κάτω – όπου εμείς “ανυπόστατοι” λυγίζουμε –

“σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας”.

 Πρώτα πρώτα, τα κλωνάρια δεν είναι καθόλου ανυπόστατα, oπότε η παρομοίωση δεν ευσταθεί. Μετά, η ιτιά δεν είναι καθόλου “φριχτή”: αυτήν τη συγκίνηση ο Σεφέρης την επιβάλλει αυθαίρετα στο όμορφο δέντρο. Τρίτον, τα κλωνάρια δεν είναι “σωριασμένα” μέσα στην απελπισία. Εδώ υπάρχει φοβερή σύγχυση. Η απελπισία ανήκει στον άνθρωπο-ποιητή, στην ψυχολογία του, ή σ’ εμάς γενικά, ενώ τα κλωνάρια, που γέρνουν κάτω με μεγάλη χάρη, είναι στο περιβάλλον, έξω από τον άνθρωπο. Η γραμμή είναι ποιητικά “φριχτή”.

Ας πάρουμε κι ένα κομμάτι από το Θερινό Ηλιοστάσι ΙΓ΄:

Μαύρη φτερούγα σέρνει ένα βαθύ χαράκι

Ψηλά στο θόλο του γαλάζιου-

Δες τον, θ’ ανοίξει.

Αυτό ψευτίζει ολότελα. Διότι μας καλεί να κοιτάξουμε, να δούμε τον “θόλο του γαλάζιου” να ανοίγει (δες τον), μα όταν κοιτάμε δεν βλέπουμε ούτε “βαθύ χαράκι” ούτε τον θόλο ν’ ανοίγει! Ο Σεφέρης μας προτρέπει “δες τον” για να στηρίξει την εικόνα του ακριβώς επειδή η συγκίνηση είναι πλαστή, ανυπόστατη.

2 Comments

  1. O Φεντερίκο Φελίνι κάποτε είχε πει: «Δεν μου αρέσει η ιδέα του να “καταλαβαίνω” μια ταινία. Δεν πιστεύω ότι η ορθολογική κατανόηση είναι ένα ουσιαστικό στοιχείο στην πρόσληψη οποιουδήποτε έργου τέχνης. Είτε μια ταινία έχει κάτι να σου πει είτε δεν έχει. Αν σε συγκινεί, δεν χρειάζεσαι εξηγήσεις. Αν όχι, καμία εξήγηση δεν μπορεί να σε συγκινήσει».

    Μπορεί να φαίνεται απόλυτη αυτή η προσέγγιση, αλλά δεν είναι. Ο σκοπός κάθε έργου Τέχνης δεν είναι να “εξηγήσει”, δεν είναι να “διδάξει”, είναι να συγκινήσει. Όποιος αναζητάει εξηγήσεις και διδαχές ας διαβάσει δοκίμια, όχι ποίηση.

    «Μα πώς μπορεί να υπάρξει συγκίνηση δίχως κάποιο νόημα πρώτα;» λέτε. Ποιο το “νόημα” σ’ ένα κονσέρτο του Βιβάλντι ή σε μια σονάτα του Μότσαρτ; Τη συγκίνηση όμως που μας προκαλούν όλοι την αναγνωρίζουμε και την αναζητούμε.

  2. Νικόδημος

    Έχετε δίκιο κι ευχαριστώ για την υπόδειξη – όσον αφορά το κονσέρτο του Βιβάλντι ή του Μότσαρτ. Πολλοί σκηνοθέτες διαφωνούν με τον Φελίνι και βάζουν πολλούς συμβολισμούς.
    Άλλοι πάλι έχουν διαφορετική άποψη: “η Τέχνη και συγκινεί και διδάσκει” λένε και ποιητές και δοκιμιογράφοι. Και φυσικά η μουσική είναι πολύ διαφορετική από ποίηση και ζωγραφική. Το δε συναισθηματικό (= η συγκίνηση) δεν είναι ερμητικά χωρισμένο από το διανοητικό: και τα δύο είναι συχνότητες ή λειτουργίες στον ενιαίο ψυχισμό του κάθε ανθρώπου και ανάλογα με τις περιστάσεις αλληλεπιδρούν.

    Μα πώς διαφέρουν οι συγκινήσεις ακούγοντας ένα αντάντε κι ένα αλλέγκρο έστω κι αν στο τέλος νιώθεις κάποια ευχαρίστηση; Μήπως κι εδώ υπάρχει κάποιου είδους νόημα, μη διανοητικό; Γιατί κάποια θλίψη και κάποια χαρά – ή ό,τι άλλο;

    Δεν έχετε γνωρίσει κάτι χωρίς να υπάρχουν λόγια κι αυτό να διατυπώνεται λεκτικά λίγο αργότερα;

    Ο παραλληλισμός που κάνετε μεταξύ ποίησης και μουσικής δεν ισχύει σε κάθε σημείο. Αν ίσχυε θα ήταν όμοιες τέχνες. Κάθε φράση, κάθε λέξη στην ποίηση έχει κάποιο νόημα (κάποτε και πολυσημία) που δεν μπορείς να αγνοήσεις εκτός εθελοτυφλώντας. Άλλο το κόκκινο χαστούκι μιας παπαρούνας κι άλλο το λευκό ή το πράσινο! Αν δεν πιάσεις το νόημα, πώς θα συγκινηθείς;

    Τελικά, δεν ασχοληθήκατε με το κύριο θέμα και τα δείγματα διαφορετικής ποιότητας ποίησης.

    Καλή συνέχεια! Νικόδημος.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *