Φίλη της στήλης μού έδωσε μια συλλογή ποιημάτων δικής της φίλης (2025), υποδείχνοντας πως μάλλον δεν θα μου άρεσε. Είχε δίκιο, διότι στις 80 σελίδες ποιημάτων βρήκα μόνο μερικές, πολύ λίγες γραμμές με κάποια καλή ποιητική ποιότητα. Όπως –
Ανοίγει της ψυχής η ερημιά˙
μελτέμια ψιθυρίζουν ανεπαίσθητα / τα μυστικά της θάλασσας.
Μα κι εδώ «τα μυστικά» δεν αποκαλύπτονται!
Η επίδοξη ποιήτρια, γιατρός στο επάγγελμα, σύζυγος και μητέρα, γράφει για τον πατέρα της που ήταν «ακάματος» –
Σαν το κύμα που μοχθεί / κάθιδρο να τερματίσει στην άκρη του /
τη στεγνή άμμο να φιλήσει / με λαχτάρα εφήβου.
Τώρα, πώς στην ευχή μπορεί ένα κύμα να είναι «κάθιδρο» αφού το ίδιο είναι ολοκληρωτικά νερό; Πώς ξεχωρίζει ο «ιδρώτας» του; Ποια είναι η «άκρη» του; Τέλος, για να μην πολυλογώ, «η στεγνή άμμος» με τι αντιστοιχεί στη ζωή του ακάματου πατέρα και σε τι μοιάζει η επιθυμία του να ξεκουραστεί με τη «λαχτάρα εφήβου» που, υποθέτω, φιλά την αγαπημένη του;
Ελπίζω να βλέπετε πόσο ανάρμοστα ή παράταιρα είναι τα στοιχεία τα οποία συγκρίνονται. Τα ποιήματα είναι όλα γεμάτα με εικόνες (ή στοιχεία) της ίδια ποιότητας.
Κάτω από τον ήλιο / αφημένες οι σκέψεις /
κρύβουν πίσω από τις πέτρες / τη συμπαγή σιωπή τους.
Το επίθετο «συμπαγές» ταιριάζει πρώτιστα με την πέτρα. Μα, επιπλέον, γιατί κρύβουν οι σκέψεις τη σιωπή τους κι όχι το περιεχόμενο ή νόημά τους πίσω από πέτρες;
Κάπου αλλού, βρίσκουμε ξανά πέτρες –
Πέτρες που τσαλακώνονται μέσα στη γροθιά
στάζουν ξενύχτι.
Δεν ξέρω πως φαίνονται οι πέτρες «που τσαλακώνονται μέσα στη γροθιά», αλλά δεν μπορώ καθόλου να τις φανταστώ να στάζουν «ξενύχτι»!
Χρησιμοποίησα τα επίθετα «ανάρμοστο» και «παράταιρο». Θα μπορούσα να γράψω επίσης «παράλογο, ανακόλουθο, ασυνάρτητο, άτοπο, ασύμβατο» και πολλά άλλα παρόμοια.
Ακόμα και μορφωμένοι άνθρωποι, όπως η κα γιατρός, που όμως δεν έχουν εντρυφήσει βαθύτερα στην ποίηση έχοντας κατά νου να διακρίνουν την καλή από την κακή, και την πολύ καλή ή άριστη από την καλή, συγχέουν την «ποιητική ελευθερία» με την ασυναρτησία ή ασυμβατότητα. Κι επειδή «ασυναρτησία ή ασυμβατότητα» (ή «παραλογισμός») είναι πιο εύκολη γραφή, παρασύρονται σε τέτοιου είδους γραφή.
Είναι αφέλεια ή θράσος;
Μια άλλη φίλη μου έγραψε: «Τι έχει πιάσει τους περισσότερους και θέλουν να γράφουν ποιήματα; Και μάλιστα πληρώνουν μεγάλα ποσά για να τα εκδώσουν; Είναι απλά ματαιοδοξία ή κρύβεται κάποια άλλη ανάγκη;»
Τις περισσότερες φορές είναι αφέλεια και συχνά άγνοια της αληθινής έννοιας «ποιητική ελευθερία» ή «ελεύθερος στίχος» (δηλαδή γραμμές δίχως αυστηρό μέτρο, ομοιοκαταληξία και μορφή στροφής). Η ματαιοδοξία για τον τίτλο του «ποιητή» είναι σίγουρα ένα ισχυρό κίνητρο.
Τα στοιχεία της καλής ή άριστης ποίησης τα έχω δώσει με πολλά παραδείγματα (π.χ. «Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη…» του Σολωμού) σε πολλά προηγούμενα άρθρα.