
Παραπονιέσαι κι εσύ για τον πόνο που η αγάπη προκαλεί. Γιατί κι εσύ παρασύρθηκες κι άφησες η αγάπη να γίνει κτητικότητα και προσκόλληση με παρακάλια κι απαιτήσεις.
Κι όμως αυτό το αίσθημα στην απαρχή του σου έδινε φτερά, όπως λένε οι ποιητές, να ξεπερνάς τον χρόνο και τον χώρο να είσαι πάντα μαζί με το αγαπημένο πρόσωπο.
Πώς άνοιξε η καρδιά στα πρώτα εκείνα φτερουγίσματα, το αίσθημα και η πνοή κι αγκάλιαζε τον κόσμο όλο!
Ωσότου – Α, τόσο σύντομα – έγινε έρωτας, πόθος και πάθος, κι αγκιστρώθηκε στο αγαπημένο πρόσωπο θέλοντάς το δικό του αποκλειστικά.
Έτσι έγινε τρεις τέσσερις φορές, κάθε φορά το ίδιο δυνατό κοκτέιλ πόθου, να το έχεις και άγχους να μην το χάσεις. Πάντα τα ίδια λόγια. «Ποτέ μου δεν αγάπησα τόσο πολύ!.. Πάντα θα σ’ αγαπώ όλη μου τη ζωή!..»
Ήταν κι αυτό που δεν είπες ποτέ στο άλλο πρόσωπο μα πάντα υπονοούσες σε κάθε έκφραση, σε κάθε χάδι κι αγκαλιά – «Πάντα δικό μου θα ‘σαι!»… Ποτέ να μην αλλάξει, ποτέ να μη σ’ αφήσει, παρακαλούσες σιωπηλά.
Μα ερχόταν η αλλαγή με τον καιρό, τις περιστάσεις, τα οικουμενικά στοιχεία, κι εσύ με αρνητικά αισθήματα τον εαυτό σου τιμωρούσες! Να η δυστυχία!
Ο πόνος δεν είναι της αγάπης μα της προσκόλλησης, της ζήλειας, της διεκδίκησης και της απώλειας για κάτι που ποτέ δεν ήτανε δικό σου.
Η αγάπη δεν πονάει εκτός κι αν μολυνθεί, όπως συνήθως γίνεται, από τον άρπαγα κι άγονο εγωισμό.