Π299: Λίγα γλωσσικά (2)

Π299: Λίγα γλωσσικά (2)

- in Ποίηση
0

1) Στις 23 Ιουλίου, 2023, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Science και αναρτήθηκε στο Διαδίκτυο (MAX PLANCK GESELLSCHAFT) ένα άρθρο από ειδικούς στη Φιλολογία και στη Γενετική του Ινστιτούτου Max Planck που βρήκαν την ορθή διασπορά, νομίζουν, της οικογένειας των Ινδο-Ευρωπαϊκών (ΙΕ) γλωσσών.Αυτή η θεώρηση, που δεν είναι τόσο καινούρια, απεικονίζεται στον χάρτη με βασική πηγή μια περιοχή νότια του Καύκασου και δείχνει πως εκεί μιλούσαν οι κάτοικοι την Πρωτο-Ινδο-Ευρωπαϊκή (ΠΙΕ) γύρω στο 8100 ΠΠ και διαχωρίστηκαν ήδη ως το 7000 σε 5 διαφορετικούς κλάδους.

Υπήρξαν και άλλες θεωρίες στο παρελθόν και, αναμφίβολα, θα υπάρξουν άλλες στο μέλλον.

Υπάρχουν πολλές αβλεψίες σε όλες αυτές τις θεωρίες, κυρίως όσον αφορά τη Βεδική (= Παλαιο-Ινδική ή Σανσκριτική, όπως είναι γνωστότερη). Η γλώσσα των Χετταίων έχει τεράστιες ελλείψεις· η Ελληνική ήταν ουσιαστικά μια παρέα συγγενικών διαλέκτων και είναι δύσκολο να αποκατασταθεί μια Πρωτο-Ελληνική, που ούτως ή άλλως θα είναι πολύ συγκεχυμένη. Δεν θα ασχοληθώ εδώ με αυτές όλες τις αβλεψίες παρά μόνο με μια: το θέμα των ριζών που απουσιάζουν από όλες τις γλώσσες στην ΙΕ οικογένεια εκτός από τη Βεδική.

2) Η μητρική ΠΙΕ γλώσσα πρέπει να είχε ρίζες ή dhātu όπως λέγονται στη Σανσκριτική.

Μόνο η Βεδική (ή παλαιά Σανσκριτική) έχει dhatu, αυτά που εμείς ονομάζουμε “ρίζες”. Στην Ελληνική δεν έχουμε ρίζες αλλά θέματα. Οι άλλες γλώσσες ομοίως!

Ας πάρουμε τη σύγχρονη τιμ-ή. Με το ίδιο θέμα τιμ- έχουμε τιμ-ώ, θα τιμ-ήσω, ε-τίμ-ησα, τιμ-ιότητα, α-τιμ-ία, εκ-τιμ-ητής, προ-τίμ-ηση κλπ. Αλλά το θέμα τιμ- δεν υπάρχει ως ανεξάρτητη λεκτική μονάδα. Το ίδιο με α-μάθ-εια, μαθ-αίνω, μάθ-ημα, έ-μαθ-α, μαθ-ητής, εκ-μάθ-ηση, μαθ-ηματικά κλπ. Κι εδώ δεν έχουμε ανεξάρτητο μαθ-! Τα ίδια ισχύουν για την Αγγλική, Γαλλική, Γερμανική, Ρωσική κλπ. Π.χ. στην Αγγλική ρήμα Ι go “πηγαίνω”, has gone  “έχει πάει” (παρακείμενος), go-er (κάποιος που πάει, (μετα)κινείται, ταξιδευτής), go-ing  “πηγαιμός”. Μα δεν υπάρχει όνομα go. Υπάρχουν μερικές ρίζες όπως act (από Λατινική), look (ως όνομα από το 1150 κχ), walk (από το 1200, ίσως από τον αόριστο weolc του walkan < Αρχ Αγγλ. wealcan, και walk-er “περιπατητής” (1400 κχ.) και άλλες ρίζες, που όμως είναι μεταγενέστεροι σχηματισμοί.

Η Βεδική διαφέρει. Έχει π.χ. τη ρίζα √īś που δίνει αρσενικό īś “αφέντης, κύριος, κυβερνήτης” (δοτική īś-e “στον κύριο”) και ρήμα īś-e “κυβερνώ”. Επίσης √ruc που δίνει θηλυκό ruc “λάμψη” (γενική ruc-as “της λάμψης”) και a-ru-ruc-at “έλαμψε” (αναδιπλασιασμένος αόριστος). Επίσης √sad που δίνει sad επίθετο “που-κάθεται” και ρήμα a-sad-at “εκάθισε” (αόριστος), sad-ant “καθήμενος” (μετοχή ενεστώτα). Αλλά οι ρίζες παράγουν πολλά άλλα ονόματα (αρσ., θηλ. και ουδέτερα) και, βέβαια, πλήρεις συζυγίες ρημάτων. Π.χ. īś-a “κύριος, ιδιοκτήτης”, maheśa “μέγας κύριος”, īś-vara “ικανός, εκτελεστής, βασιλιάς”, īśitā “ανωτερότητα, ισχύς”. Η √man > ρήμα man-ute (ή man-yate) “σκέφτεται”, manas “νους” (ουδ), manā “ζήλος” (θηλ), manana “επαναληπτική σκέψη, στοχασμός”, manīśin και man-u “στοχαστής”, pra-man-, abhi-man- κλπ. κλπ.

3) Δεν ξέρουμε πώς ξεκίνησε η γλώσσα, αν και υπάρχουν διάφορες θεωρίες – όπως ότι ξεκίνησε με κραυγές ζώων και τσιρίγματα πουλιών που βαθμιαία έγιναν λέξεις με καθορισμένες έννοιες. Μα πώς σχετίζονται οι λέξεις μεταξύ τους; Πώς δημιουργείται μια οικογένεια συγγενικών λέξεων με κοινό θέμα όπως με το man- ή το ελληνικό μαθ-; Ποια είναι η πιο λογικά πειστική θεώρηση; Διαφορετικές όμοιες λέξεις συγκλίνουν σε κοινό θέμα και ρίζα; Ή από μια ρίζα παράγονται οι όμοιες λέξεις, ονόματα, επίθετα, ρήμα και επιρρήματα; Η δεύτερη θεώρηση ακούγεται πιο λογική, πιο πειστική. Στη φύση ένα φυτό βλασταίνει από τον σπόρο ή τη ρίζα: πρώτα το στέλεχος που γίνεται ο κορμός (ή πολλά στελέχη σε θάμνο), μετά τα κλαδιά και μετά τα φύλλα. Γι αυτό άλλωστε υιοθετήθηκε ο όρος “ρίζα”.

Αφού μόνο η Βεδική έχει dhātu – ρίζες διατηρώντας την παλαιότερη φυσική διαδικασία γλωσσικής ανάπτυξης, αυτή πρέπει να είναι και η αρχαιότερη.

4). Το συμπέρασμά μας αυτό ενισχύεται από ακόμα μια άποψη – αυτήν της Οργανικής Συνοχής. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα, “θυγατέρα”. Αρχ. Ελλ. θυγάτηρ, Βεδική duhitṛ, Αρχ. Περσική duγδar, Γοτθική dauhtar, αρχ. Γερμανική tohter, Λιθουανική dukte, αρχ. Σλαβική dŭśti, Αρμενική dustr, κλπ. Στα Λατινικά δεν υπάρχει, ούτε άλλη συγγενής!

Όπως βλέπουμε η λέξη, όμοιο ή συγγενικό θέμα, υπάρχει σχεδόν σε όλες τις γλώσσες της ΙΕ οικογένειας. Υπάρχει όμως ένα πολύ παράξενο σχετιζόμενο φαινόμενο. Σε όλες τις γλώσσες, εκτός από μια, η λέξη είναι εντελώς μόνη, ορφανή: δεν έχει συγγενικές λέξεις, ονόματα ή ρήμα. Η μια εξαίρεση είναι η Βεδική. Στη Βεδική έχουμε τη ρίζα √duh (κυρίως 2ης συζυγίας μα και στην 1η και στην 6η) > ρήμα duh-anti “αντλούν, αρμέγουν”, dugdhe “αντλεί, αρμέγει”, και επίθετο duh “που-παράγει/εξάγει”, ονόματα duh-a, doh-a, doh-ana κλπ.

Από αυτήν τη ρίζα παράγεται και η duh-i-tṛ “θυγατέρα”, η κόρη που ασχολιόταν με το άρμεγμα (όπως η αγγλική milkmaid). Όμοια παράγωγα είναι το aś-i-tṛ “που τρώει” (από √aś-), το tar-i-tṛ “που διασχίζει, περνά” (από το √tṛ > tar-) και άλλα.

Μερικοί λόγιοι σκαρφίστηκαν τη θεωρία πως το ελλ. τυγχανω είναι συγγενικό με το duh-/doh- (ασθενές και ισχυρό θέμα). Η θεωρία έχει εγκαταλειφθεί. Το ελληνικό αρχικό |τ| δεν σχετίζεται με το βεδικό αρχικό |d|. Το δεύτερο παρουσιάζεται σε συγγενικές λέξεις στα Ελληνικά ως |δ|. Και από που προκύπτει το υπόλοιπο -αν-; (Από τοdohana😉

5) Υπάρχουν και άλλα παραδείγματα. Παίρνω το “πόδι”. Στη Βεδική έχουμε √pad > ρήμα pad-yate “πέφτει, γίνεται, συμβαίνει” και pād (ή pāt: αρσ. ισχυρό θέμα) “πόδι”, μα και πολλές άλλες λέξεις. Στα Ελλ. πους > ποδός, Λατινικά pēd/ped-, αρχ. Γερμανικά fot/fuoz, Λιθουανική pada “παπούτσι” κλπ. Σε καμιά γλώσσα όμως δεν υπάρχει το συγγενικό ρήμα (αφού το πόδι μόνο -σηκώνεται και – πέφτει κάνοντας ένα βήμα, ένα νέο συμβάν) – μόνο στη Βεδική. Υπάρχει το ελλ. “ποδίζω” που χρησιμοποιείται ως ναυτικός όρος και σημαίνει (για πλοίο) “βρίσκω καταφύγιο από κακοκαιρία”, μα είναι μεσαιωνικός σχηματισμός.

Και ακόμα ένα – “βροχή”. Στη Βεδική είναι varṣa, στην Ελληνική “έρση” στην Ιρλανδική (= Κελτική) frass. Στη Βεδική έχουμε √vṛṣ > ρήμα varṣati (1η συζυγία με ισχυρό θέμα varṣ-ati “βρέχει” και ασθενής παθητική μετοχή vṛṣṭa “βρεγμένο”) και άλλα παράγωγα vṛṣa, vṛṣana, vṛṣṭi και varṣa, varṣaka, varṣin κλπ. Η vṛṣan δηλώνει και “ζήλο, ταύρο” ή “ισχυρότερο, ανώτερο” ή “ανώτερο/ισχυρότερο άνδρα”. Στα Ελληνικά επίσης έρσαι = νεαρά ζώα (γεννημένα στον χειμώνα κυρίως). Αλλά στην Ελληνική δεν υπάρχει συγγενικό ρήμα. Παλαιότερα προτάθηκαν τα άρδω (= ποτίζω) και έρδω (= εκτελώ, κάνω), μα, φυσικά, αργότερα θεωρήθηκε πως δεν σχετίζονται και η θεωρία εγκαταλείφθηκε. Ούτε στα Κελτικά (υπάρχουν πολλές διάλεκτοι), ούτε σε άλλη γλώσσα της ΙΕ οικογένειας βρίσκουμε συγγενικές λέξεις.

6) Αυτά όλα τα γλωσσικά τεκμήρια δείχνουν πως η Βεδική είναι πολύ παλαιότερη και η πιο κοντινή και συγγενική με την Πρώτο-Ινδο-Ευρωπαϊκή. Η υποθετική Πρωτο-Ινδο-Ευρωπαϊκή γλώσσα που επινοήθηκε (δήθεν “αποκαταστάθηκε”) από λόγιους είναι εντελώς φαντασιακή.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *