
Ένας από τους ανώτερους και πιο αξιόλογους μύστες του Χριστιανισμού είναι ο Meister Eckhart (1260-1327/8), ένας Γερμανός μοναχός, θεολόγος, δάσκαλος και μύστης. Είπε “Ο Θεός είναι σπίτι. Εμείς έχουμε βγει για περίπατο”!
Αυτός περισσότερο από κάθε άλλον μυστικό, ακόμα και τους Γρηγόριο Νύσσης και ψευδο-Διονύσιο Αρεοπαγίτη, λέει τα ίδια πράγματα για τον Θεό σαν τον πρώτο Shankaracharya, τον μεγάλο φιλόσοφο του Vedānta. Δεν έγραψε για οράματα ή άλλες εμπειρίες σαν τους μύστες της Ανατολικής Εκκλησίας μα αποκαλύπτει στα γραπτά και κηρύγματα του μεγάλο βάθος στη θεολογική του σκέψη που πρέπει να προέρχεται από ενότητα με την Πρωταρχή, Πρωταιτία και Πρωτουσία του σύμπαντος.
Ο Θεός ως Θεότητα (Gottheit = Godhead) είναι πέρα από τον θεό της (Αγίας) Τριάδας – απερίγραπτος, απερινόητος, απεριόριστος. Κάθε άνθρωπος έχει τη δυνατότητα ένωσης μαζί Του, και μόνο έτσι με τη θέωση τον γνωρίζει κανείς. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από εκείνον: εκείνος είναι η μόνη πραγματικότητα, πανταχού παρών σε ένα αιώνιο Τώρα!
Αυτές οι προτάσεις δίνουν τον απόλυτο μονισμό του πρώτου Shankaracharya της Ινδίας. Τέτοια λόγια ακούγονται πολύ παράξενα για τους εκκλησιαστικούς, τους θεολόγους και ιεράρχες της επίσημης Εκκλησίας. Μετά τον θάνατό του μερικές δηλώσεις του καταδικάστηκαν ως λαθεμένες κι αιρετικές σε ένα παπικό διάταγμα. Μα η καταδίκη αφορούσε μόνο 28 άρθρα από τις εκατοντάδες των γραπτών του και σε αυτήν την καταδίκη πρωτοστάτησε ο Αρχιεπίσκοπος της Κολονίας που φθονούσε τη δημοτικότητά του ανάμεσα στους πολυπληθείς οπαδούς του και, βέβαια, δεν καταλάβαινε την ουσία των λόγων του μεγάλου αυτού μύστη.
Παραθέτω κι ένα απόσπασμα από το κήρυγμα 27:
Οι άνθρωποι μιλούν για τον θεό. Μα γιατί δεν αναφέρουν τη Θεότητα πιο πάνω; Διότι στη Θεότητα υπάρχει μόνο Ενότητα και δεν υπάρχει κάτι άλλο για να ειπωθεί. Ο θεός δρα. Η Θεότητα δεν δρα. Δεν κάνει τίποτα και τίποτα δεν γίνεται μέσα της – ποτέ δεν κάνει ή ψάχνει για να κάνει κάτι. Και αυτή είναι η διαφορά μεταξύ Θεότητας και θεού, μη-δράση και δράση.
Η Θεότητα είναι το Ύψιστο – ανεπίγνωστη, απερινόητη: θεία αγνωσία, θείο κενό, θείο σκοτάδι – μα πληρότητα αφανών δυνατοτήτων. Γενικά η ορολογία του Έκχαρτ αν και πολύ χριστιανική, υπερβαίνει την επίσημη, εκκλησιαστική θεολογία σμίγοντας με εκείνη των μεγάλων μυστών της Βεδικής Παράδοσης και της σχολής mahāyāna του Βουδισμού.
“Η ύπαρξη του Θεού είναι υπερβατική,” έγραψε, “ξεπερνά κάθε γνώση… Αν πω πως ο Θεός είναι καλός, αυτό δεν είναι αλήθεια… Αν πω πως είναι σοφός, ούτε αυτό είναι αλήθεια. Ακόμα και αν πω πως ο Θεός υπάρχει και αυτό θα είναι ψέμα. Υπάρχει πέρα από την ύπαρξη και την ανυπαρξία! Λέει, λοιπόν, ο Αγ. Αυγουστίνος – Το καλύτερο που μπορούμε να πούμε για τον Θεό είναι να μην πούμε τίποτα σε ό,τι τον αφορά…”
Μα ο Μάιστερ Έκχαρτ πάει ακόμα πιο πέρα και δίνει μια απίστευτα φωτισμένη άποψη που απογειώνει τη μουντή, επίσημη εκκλησιαστική θεολογία:
“Ο Θεός αλήθεια είναι πέρα από τα ονόματα και τη φύση γενικά” εξηγεί. Αφού ο Θεός της Αγίας Τριάδας μπορεί να ονομάζεται και λέγεται να έχει γνωρίσματα, δεν μπορεί να είναι ο έσχατος Θεός, το Ύψιστο Ον. “Άρα το Ύψιστο Ον και ο θεός της Αγίας Τριάδας απέχουν τόσο το ένα από τον άλλο, όσο ο Ουρανός από τη γη.”
Μια ψυχή, γράφει αλλού, που λέει πως είδε ή πως γνωρίζει το Θεό είναι απομακρυσμένη από τον Θεό. Ο Θεός είναι ένα απεριόριστο, ακατάληπτο κενό μέσα στο οποίο η ψυχή μπορεί να χαθεί έτσι που να υπάρχει μόνο Ένα. Έτσι η προσέγγιση κι ένωση γίνεται μέσα από αγνωσία!
“Αν επιθυμείτε να μάθετε για τον Θεό με θείο τρόπο, τότε η γνώση σας πρέπει να είναι ειλικρινής αγνωσία, λήθη του εαυτού και των άλλων πλασμάτων… Ποτέ δεν βρίσκεστε σε καλύτερη θέση παρά μόνο στο πλήρες σκοτάδι και στην αγνωσία”.
Στην ένωση εκείνη δεν υπάρχει πολλαπλότητα, διαφορές και διακρίσεις: υπάρχει μόνο ενότητα: αυτή είναι η αγνωσία, η απόλυτη γνώση δίχως αντικείμενο, αγνή συνειδησία.