Όχι εντελώς ασυνήθιστο γεγονός στο κέντρο της μεγαλούπολης. Ο άντρας περπατούσε με συγκεντρωμένη προσοχή πάνω στο τεντωμένο σκοινί πολλές δεκάδες μέτρα από το έδαφος από έναν ουρανοξύστη σε άλλον. Κρατούσε στα δυο του χέρια ένα μακρύ καλάμι που τον βοηθούσε να ισορροπεί. Στους ώμους του μετέφερε τον μικρό γιο του.
Από κάτω το πλήθος είχε σταματήσει και κοίταζε τον ακροβάτη με πιασμένη ανάσα. Όταν πια αυτός έφτασε στην άλλη άκρη οι άνθρωποι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και ιαχές.
Εκείνος τους κοίταξε χαμογελώντας κι είπε :
“Νομίζετε πως θα μπορούσα να το ξανακάνω; Να περπατήσω και να επιστρέψω στην αφετηρία μου;”
“Ναι, σίγουρα!” φώναξαν τα πλήθη.
“Με εμπιστεύεστε, δηλαδή;” ξαναρώτησε ο άντρας.
“Ναι, βέβαια. Θα στοιχηματίζαμε γι’ αυτό!” φώναξαν πάλι αρκετοί.
“Εντάξει, λοιπόν” είπε ο ακροβάτης. “Ποιος είναι πρόθυμος να αφήσει το παιδί του να το μεταφέρω στην άλλη άκρη, όπως έκανα με τον γιο μου;”
Τα πλήθη σώπασαν. Κανένας δεν προσφέρθηκε.
“Α!” είπε ο ακροβάτης ειρωνικά.
“Πιστεύετε μα επιπόλαια. Δεν εμπιστεύεστε, όμως. Αυτήν την πίστη, την εμπιστοσύνη να παραδοθούμε, δεν έχουμε!”