Ένας αναγνώστης σχολιάζει το άρθρο του Μ. Τσιντσίνη (Καθημερινή 21/4/26) που αναφέρει τα ευτράπελα που δυνάμωσαν στη ΝΔ μετά την εκπαραθύρωση του Μακάριου Λαζαρίδη ως εξής:
[Α]ς αφήσουμε εκτός Βουλής τους Μάκηδες, τους Μακάριους, τις Παπακώστες… Ας ξεκινήσουμε να καθαρίζουμε τη Βουλή από τους ασύδοτους και ανάξιους, αρνούμενοι την ψήφο μας, χρησιμοποιώντας επιτέλους σωστά το μόνο μας όπλο.
Ο σχολιαστής δεν αναφέρει την βούληση του άβουλου, δυστυχώς, πρωθυπουργού που φαίνεται να ανέχεται τέτοιους βουλευτές. Παραθέτω τα λόγια του Τσιντσίνη:
Ο Λαζαρίδης δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που καίγεται ξαφνικά μόλις πλησιάζει το φως της κεντρικής σκηνής. Είναι όμως από τις σπάνιες περιπτώσεις που εξαπολύει χολή και ρεβανσιστικές διαθέσεις ακριβώς τη στιγμή της ήττας του. Οι αναρτήσεις του μπορεί και να είναι ενδεικτικές ενός αντανακλαστικού κοινού στους βουλευτές του κόμματος.Τι θα άκουγαν οι τοίχοι των γαλάζιων συναθροίσεων αν είχαν αυτιά; Τι θα διάβαζαν τα αδιάκριτα μάτια στα βουλευτικά groups; Δεν μας νοιάζει τι λέει το Μαξίμου και οι δημοσκόποι του. Δεν θα πληρώσουμε εμείς τα σπασμένα της διακυβέρνησης. Δεν κυβερνούσε τόσο καιρό μαζί μας, για να φταίμε εμείς. Κυβερνούσε με τους εξωκοινοβουλευτικούς και τους Ποταμίσιους, αφήνοντας σε εμάς τα ξεροκόμματα της εξουσίας – τα ρουσφετάκια. Αυτό το αίσθημα αυτοσυντήρησης αρχίζει κιόλας να βρίσκει «συνδικαλιστικούς» εκπροσώπους (τον Γεωργιάδη, τον Βορίδη), οι οποίοι επιχειρούν να κεφαλαιοποιήσουν την εσωτερική δυσαρέσκεια. Το παράδειγμα του αποπεμφθέντος υφυπουργού, που εμφανίζεται την ημέρα κιόλας της αποπομπής του άνιωθος και ασωφρόνιστος, αντανακλά το σκόρπισμα. Ακόμη και οι πιο τσαλακωμένοι, αισθάνονται την άνεση της αυτονόμησης. Οι δύσκολες ψηφοφορίες για τις ασυλίες έπονται. (Δική μου η έμφαση.)
Άλλος αναγνώστης σχολιάζει το άρθρο του Α Αλεξανδρή στο ίδιο φύλλο:
Αλήθεια, γιατί ο φιλο-Ευρωπαίος πρωθυπουργός δεν πιάνει από τ΄αυτί τον φωνακλά Άδωνι που ξαφνικά ανακάλυψε πως υπάρχει Ευρωπαϊκή Εισαγγελία; Γιατί συγκαλύπτει τον αξιότιμο “Μάκη” τον οποίο κατηγόρησε η ΕΕ; Γιατί δεν καθαρίζει τον στάβλο του;
Αλήθεια, πώς περιμένει να δείξει ανωτερότητα ο Μητσοτάκης από τα άλλα κόμματα; Με τις εύκολες επιδοτήσεις και δικαιολογίες των αδικαιολόγητων;
Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα του Αλεξανδρή:
Ο ρόλος του τιμητή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, για παράδειγμα, μπορεί πράγματι σε κάποιον να ταιριάζει. Μπορεί κάποιος να έχει το θεωρητικό υπόβαθρο και τα ηθικά ερείσματα για να ασκήσει στο όργανο μια εποικοδομητική κριτική, που ίσως φωτίζει και ορισμένα μελανά σημεία στη δραστηριότητά του. Ο Αδωνις Γεωργιάδης όμως δεν κάνει για τη δουλειά. Πέραν όλων των άλλων, επειδή δεν τη θέλει ούτε ο ίδιος. Νοιάζεται ο υπουργός στ’ αλήθεια για τον τρόπο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας; Εδειξε ποτέ στο παρελθόν ιδιαίτερο ενδιαφέρον; Οχι. Τη δυνατότητα της κυβέρνησης να δρα ανέλεγκτη υπερασπίζεται, εξ ου και οι εμπρηστικές του κορώνες. Και –το πιο εξωφρενικό απ’ όλα– παρ’ όλη την γκρίνια του, δεν μπαίνει καν στον κόπο να μας πει σε τι έχει κάνει λάθος η Εισαγγελία. Αν θέλουμε να είμαστε πειστικοί όταν καταγγέλλουμε μια παθογένεια, φροντίζουμε να μην τη θυμόμαστε μόνο όταν πλήττει το δικό μας συμφέρον· για την ακρίβεια, φροντίζουμε να τη θυμόμαστε κυρίως όταν μας ευνοεί. Το έντονο ενδιαφέρον του Κυριάκου Μητσοτάκη για την «τοξικότητα» στον δημόσιο λόγο δεν είναι off-brand. Ο πρωθυπουργός δεν ήταν και ποτέ υπέρ των υβριστικών κομματικών στρατών εντός κι εκτός Διαδικτύου, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που ήταν διάφοροι πολιτικοί του αντίπαλοι. Παραμένει όμως περίεργο ότι εν μέσω εγχώριων σκανδάλων και διεθνών κρίσεων, την προσοχή του τραβάει το λεκτικό δηλητήριο που, στο κάτω κάτω, ρέει άφθονο περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια. Γιατί τώρα; Γιατί τόση έμφαση στο έλασσον την ώρα που τα μείζονα βαράνε παλαμάκια; Επειδή, μάλλον, χρειάζεται έναν αντιπερισπασμό. (Δική μου η έμφαση.)
Κάποιοι θα πουν ή θα γράψουν πως ο πρωθυπουργός κάνει καθαρμό λίγο λίγο. Αμφιβάλλω. Ο πρωθυπουργός τα έχει χαμένα – προ πολλού. Του αρέσουν ο τουρισμός και οι επιδοτήσεις. Οι αλλαγές του είναι σπασμωδικές κι έρχονται μετά τα αναπότρεπτα γεγονότα. Όπως η παραίτηση του Λαζαρίδη που ήρθε πολύ αργά, αφού ο ανόητος έχασε τη μάχη και διέσυρε τον εαυτό και το κόμμα του.