Φιλ675: Πολιτισμός και Ποίηση (4)

Φιλ675: Πολιτισμός και Ποίηση (4)

- in Φιλοσοφία
0

Επαναλαμβάνω πως θεωρώ την Ποίηση να κρατά έναν καθρέφτη στην κοινωνία και να αντανακλά με ακρίβεια το επίπεδο του πολιτισμού ή, πιο ορθά, σε επίπεδο κατώτερο του πολιτισμού, που επικρατεί στη συγκεκριμένη κοινωνία. Όσο επιτήδειοι και αν είναι οι επίδοξοι ποιητές, όση λογοτεχνική κουλτούρα και γνώση και αν έχουν συγκεντρώσει στο μυαλό τους, όσα βραβεία και αν έχουν λάβει από ακαδημίες και κυβερνήσεις, δεν μπορούν να κρύψουν αποτελεσματικά πως λένε ψέματα, όταν λένε ψέματα και προσποιούνται πως πιστεύουν σε, κι εκφράζουν κάτι γνήσιο. Όπως το έθεσε ο Σεφέρης, “Θα σε ανακαλύψουν σίγουρα, αν λες ψέματα”. Και συνέχισε: “Πρόσεξε, πας να πέσεις. Υπερβάλλεις αυτή τη στιγμή”… Όταν το ακούσεις αυτό, δεν πρέπει να πάρεις ναρκωτικά και να πεις στον εαυτό σου: ‘Έλα, είσαι εντάξει αγαπητέ μου’. Δεν είσαι.»

Ο Λέων Τολστόι, ο μεγάλος Ρώσος μυθιστοριογράφος έγραψε στο Τι είναι Τέχνη (βλ. 674. Φιλοσοφία: Πολιτισμός και ποίηση (3) §4, προτελευταία παράγραφο) στη σελ. 211: “όλη η τέχνη έχει το χαρακτηριστικό ότι ενώνει τους ανθρώπους. Κάθε τέχνη κάνει τους παραλήπτες του αισθήματος του καλλιτέχνη να ενώνονται ψυχικά με αυτόν, καθώς και με όλους όσους δέχονται το ερέθισμα”. Στη σελ. 244 είναι ακόμα πιο διαφωτιστικός: Η τέχνη, γράφει –“είναι ένα μέσον με το οποίο η ανθρωπότητα προχωρεί προς την ενότητα και τη μακαριότητα”.

O Λέων Τολστόι τονίζει επαναληπτικά τις ιδιότητες “σαφήνεια, κάλλος, απλότητα και περιεκτικότητα” (σ 248).

Τα παραδείγματα που παίρνω από πασίγνωστους και πολυβραβευμένους ποιητές δεν έχουν αυτές τις ιδιότητες. Να ένα παράδειγμα!

1. Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς/ στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου/

ακόμη και αν σε ποντίζουν/ στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου/

ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο/ έχει τριφτεί και δεν αντέχει/

αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη/ την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου/

για να την ανοίξει στο φως.//

Πολλά έχουν γραφτεί για τη θεματολογία/φιλοσοφία του κειμένου και πολλοί αναμφίβολα το θεωρούν σπουδαία ‘ποίηση’. Ας το κοιτάξουμε.

Λέμε ‘ο ύπνος μας τυλίγει’, ‘πέφτουμε στην αγκαλιά του’, ‘βυθιζόμαστε, σβήνουμε, χανόμαστε…’ ή ‘ο ύπνος μας κλείνει/φιλάει τα βλέφαρα’.  Μα επειδή είναι μια αόριστη, πυκνή κατάσταση δίχως χαρακτηριστικά, η λαϊκή και ποιητική σοφία αιώνων ποτέ δεν του έδωσε άλλα χαρακτηριστικά.

Με τι αντιστοιχούν οι ‘ωμοπλάτες’ στην προσωποποίηση του ύπνου; Τίποτα!

Επιπλέον, οι ‘ωμοπλάτες’ υπονοούν πως ‘ακουμπάς’ όχι τον ώμο ή το στήθος ή την αγκαλιά, μα την πλάτη του ύπνου! Ο ύπνος έχει γυρισμένη την πλάτη προς εσένα! Μα ο συγγραφέας ψάχνοντας για πρωτότυπο σχήμα λόγου, αγνοεί την πραγματικότητα, χάνει την αίσθηση του τι είναι κατάλληλο .

Α, μπορεί να πουν κάποιοι πως αυτό εννοεί ο ποιητής – πως ο ύπνος έχει γυρίσει την πλάτη και δεν μπορείς να κοιμηθείς. Αν είναι έτσι, τότε τι είναι το μαύρο στο οποίο σε ποντίζουν, αν όχι βαθύς ύπνος;

Και μετά ακολουθούν άλλες χειρότερες εικόνες. Το ‘ναρκωμένο στήθος του πελάγου’ που παρά την απέραντη απλωσιά του (περίπου σαν τον ύπνο) προσωποποιείται κι έχει στήθος ναρκωμένο  (για εγχείρηση; λόγω μαστουρώματος;) Το ‘μαύρο’ που ‘έχει τριφτεί’ παραπέμπει σε ύφασμα ή κάτι στέρεο (βράχος, ξύλο;): σε τί;

Ποια είναι η ‘λόγχη η ορισμένη’ που θα βρεις βαθιά στον ύπνο ή στο πέλαγος;; Εκείνη που τρύπησε το πλευρό του Χριστού πάνω στον σταυρό ή κάποια άλλη, ιδιωτική του ποιητή; Και γιατί χρειάζεται λόγχη για να ανοίξει η καρδιά; Ξεκινά το κείμενο γράφοντας ‘Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός’. Αφού έχει το φως μέσα του!!!

Είναι μια φιλοσοφική, ίσως λογοτεχνική ιδέα που ο συγγραφέας πάει να την αναπτύξει ποιητικά και αποτυγχάνει παταγωδώς. Οι εικόνες είναι γελοίες.

2. Μένω στα μέσα του 20ου αιώνα με ένα ακόμα απόσπασμα από τον ίδιο ποιητή. Και αυτό το κείμενο στο σύνολό του έχει σχολιαστεί εκτενώς για τη φιλοσοφική θεματολογία και την εμπειρία του συγγραφέα, μα δεν έχω δει μια πραγματική ποιητική ανάλυση. Να το απόσπασμα:

Λίγο ακόμα και θα σταματήσει ο ήλιος. /…/

Μαύρη φτερούγα σέρνει ένα βαθύ χαράκι/

ψηλά στο θόλο του γαλάζιου – /δες τον, θ’ ανοίξει//

Αναστάσιμη ωδίνη.

Κάτι σίγουρα νιώθει ο συγγραφέας, μα ο ήλιος σίγουρα δεν σταματά. Κι εδώ έχουμε μια ιδέα, μια πρόθεση, που πάει να αποδοθεί ποιητικά μα δεν αποδίδεται. Εδώ ο θόλος γίνεται στέρεος και η μαύρη φτερούγα (δηλ. κάποιο πουλί;) είναι σαν να τον χαράζει! Τόσο πολύ μάλιστα που είναι σαν να πρόκειται ν’ ανοίξει. ‘Δες τον’ μας παροτρύνει ο συγγραφέας. Κι εγώ καλή τη πίστη κοιτώ μα δεν τον βλέπω να ανοίγει. Διαβάζω μόνο τα τελευταία λόγια του συγγραφέα πως είναι ‘αναστάσιμη ωδίνη’ και μένω με την αόριστη βεβαίωσή του, που όμως δεν μεταφέρει κανένα νόημα και καμιά πειστικότητα! Όποτε κάποιος γράφει σε ποίημα ‘Δείτε, ακούτε, προσέξτε’, υπάρχει προσποίηση: ο ίδιος δεν το βλέπει!

Πρόκειται για ιδιωτικό συμβολισμό κι ετσιθελισμό δίχως πολλή σχέση με την πραγματικότητα, μα μόνο με το πως θέλει ο συγγραφέας να φαντασιώνεται.

3. Το ποίημα με τίτλο Ζωή δημοσιεύτηκε στα τέλη του 20ού αιώνα.

Νύχτα/ σ’ ένα φαρμακείο/ ένα άλογο/ γονατισμένο/ τρώει/ τα σανίδια/ ένα κορίτσι/ μ’ ένα έγκαυμα/ παράξενο/ πράσινο/ γιατρεύεται/ ενώ/ το φάντασμα/ απελπισμένο/ κλαίει στη γωνιά.//

Με λίγα σημεία στίξης (κόμματα ή άνω τελείες) έχουμε μια πρόταση κομμένη αυθαίρετα σε γραμμούλες για να μοιάζει με ποίημα και να σοκάρει με τις ανακολουθίες του: το άλογο να τρώει σανίδια και το φάντασμα να κλαίει απελπισμένο. Εντυπωσιακό, μα αρνητικά! Σίγουρα η ζωή συνίσταται σε πολύ περισσότερες καταστάσεις κι ενέργειες από όσα επιχειρεί να συμβολίσει ο επίδοξος ποιητής με τις επιλεγμένες σαχλαμάρες του…

4. Παίρνω ένα διαφορετικό ποίημα του ίδιου – Ο Ελεγκτής.

Ένας μπαξές γεμάτος αίμα/ είν’ ο ουρανός/ και λίγο χιόνι/

Έσφιξα τα σκοινιά μου/ πρέπει πάλι να ελέγξω/ τ’ αστέρια/

Εγώ κληρονόμος πουλιών/ πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά/ να πετάω.//

Μακάρι να βρει πένα και χαρτί εκεί που πάει.//

Κι εδώ έχουμε φαντασιακές ανακολουθίες που σοκάρουν μα δεν λένε τίποτα: ουρανός–μπαξές γεμάτος αίμα και λίγο χιόνι, τα σκοινιά μου, να ελέγξω τ’ αστέρια, κληρονόμος πουλιών!!!

Οι κριτικοί βρίσκουν εδώ σύμβολα και δίνουν την ερμηνεία τους!

Το θέμα, γράφει μια φιλόλογος, είναι η ευθύνη που φέρει ο στρατευμένος ποιητής απέναντι στην κοινωνία.. Πρέπει ακόμα και στις δυσμενέστερες συνθήκες να φέρνει το καθήκον του σε πέρας. Κι εξηγεί δήθεν τα σύμβολα: –

Ουρανός: Ίσως (το τονίζω) η χαρά της ζωής, υψηλά ιδανικά, ηθικές αξίες, πνευματικά χαρίσματα, πάνω από τα υλικά αγαθά! (Αυθαιρεσία, ετσιθελισμός!)

Μπαξές: αλλοτρίωση και φθορά του ουρανού, το κακό εισβάλει στον χώρο των ιδεών και αξιών. (Τίποτα όμως για το ‘αίμα’.)

Λίγο χιόνι: μικρή αισιοδοξία που δίνει νόημα στο έργο του ποιητή.

Ακολουθεί μετά μπόλικη πολυλογία για τις επιδράσεις και τις πηγές του συγγραφέα. Επίσης, τα χαρακτηριστικά του ποιήματος: ρεαλισμός, υπερρεαλισμός, εξπρεσιονισμός (δυνατά χρώματα, εκφραστικές παραμορφώσεις, προσωπική φρίκη), ζωγραφικός πίνακας (!;) αντιποιητικές λέξεις (σφίγγω, σκοινιά, μπαξές!!!). Δεν εξηγεί όμως τίποτα για τα σκοινιά, την κληρονομιά, τα άστρα, τα σπασμένα φτερά. Π.χ. τι είναι τα σπασμένα φτερά στην περίπτωση των καλλιτεχνών; Και πως μπορούν να πετάνε, αφού είναι σπασμένα;

Πάλι χανόμαστε σε ιδιωτικό συμβολισμό κι εύκολο ετσιθελισμό. Δεν υπάρχει ποίηση που να εμπνέει και να ανυψώνει στις βασικές αξίες του πολιτισμού: αίσθηση αλήθειας, δικαιοσύνης, ελέους, καλλιτεχνία, μεγαλοψυχία. Ο συγγραφέας κοροϊδεύει πρώτα τον εαυτό του και μετά ολόκληρο τον ποιητικό κύκλο – όπως φαίνεται από την κριτική της φιλολόγου που προσποιείται πως εξηγεί αναλυτικά σπουδαία ποίηση.

5. Πάμε τώρα στον 21ο αιώνα, όπου η ασυναρτησία καλπάζει αχαλίνωτη μαζί με σπιρουνιάσματα εκχυδαϊσμού.

Α) Η Σελήνη είναι-

Νόμισμα στα χέρια του εργάτη που δεν χάνει την αξία του/ Εσύ, οστό του πεθαμένου ονείρου/ κι ατμισμένο κρανίο ιδανικού ονειρευτή/ φωτογραφία της μνήμης μου/ μήλο λευκό σε μάγουλο θανάτου.

Τι να πεις για τέτοια εσκεμμένα άρρωστα παραληρήματα;

Β) Ο έρωτας θέλει κλειστές κουρτίνες κι ανοιχτά κορμιά/ Τα βράδια να μη σε πιάνει ο χρόνος/ Να δαγκώνεις το λαιμό της νύχτας ανατριχιάζοντας όλα/ τ’ αστέρια του μυαλού.

Πώς είναι ανοιχτά τα κορμιά και πώς δαγκώνεις τον λαιμό της νύχτας;

Γ) Στο γόνατο της μέρας / Σφάζω τον αχινό/ και ξεπηδάει μέσα μου μια θάλασσα/ Να φτάνει τη μυρωδιά σου/ Στης νύχτας τον λαιμό σκοτώνω τις σκιές/ Αστράφτει ο μάτι του βεδουίνου/

Πώς σφάζεις τον αχινό (!) στο γόνατο της μέρας (!); Και πώς σκοτώνεις σκιές στον λαιμό (πάλι) της νύχτας (!);

Παραλογισμός και διάλυση! Είναι πολιτισμός αυτός; Ναι, κάποια κατώτερη εκδήλωσή του….

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *