Ποιος νομίζεις σ’ έμαθε να ζεις, σ’ έμαθε ν’ ανασαίνεις;
Η πίστη, φίλες και φίλοι, δεν δημιουργείται, δεν φτιάχνεται. Δεν χρειάζεται θεολόγους και ιερείς.
Η πίστη, πράγματι, μας σώζει από την αιχμαλωσία στο δίχτυ της πλάνης.
Διότι απορρέει κατευθείαν από τον Θεό και ο Θεός δεν είναι η φαντασιακή φιγούρα στον χρυσό τρούλο της εκκλησίας ή στον γαλάζιο θόλο του ουρανού.
O θεός, άγνωστος κι απερινόητος, ζει μ’ εσένα, μέσα σου, τόσο κοντά! Φτάνει να ξέρεις, να πιστεύεις αληθινά.
Στο κατά Ματθαίο (17:20) και αλλού ο Χριστός φέρεται να λέει πως αν έχεις έναν κόκκο πίστης θα πεις στο βουνό να μετακινηθεί κι αυτό θα το κάνει, και τίποτα δεν θα σου αντισταθεί.
Τέτοια πίστη ρέει όταν το “εγώ” διαλυθεί.
Το εγώ που ονειρεύεται και το όνειρο δεν είναι χωριστά. Από τα τρίσβαθά σου έτσι της πίστης η δύναμη αναπηδά.
Δεν ανήκε σε μένα ή σε σένα ή άλλο αγαπητό μας πρόσωπο χωριστό.
Αν έστω μια φορά εμφανιστεί, όταν χρειάζεται, άμεσα θα την ξαναβρείς, τώρα κι εδώ.
Ποιος νομίζεις σ’ έμαθε να ζεις, σ’ έμαθε ν’ ανασαίνεις;
Μάθε από την πίστη και πώς να πεθαίνεις.
Στην έρημο μαθαίνεις περισσότερα για το νερό από ό,τι στον πιο μεγάλο ποταμό.