Είναι μια αφήγηση-παραβολή του Χαλίλ Γκιμπράν (1883 -1931, γνωστού Λιβανέζου στοχαστή και ποιητή του Ο Προφήτης κλπ.) με κάποιο ειρωνικό ύφος.
Τρία μυρμήγκια συναντήθηκαν πάνω στη μύτη κάποιου που κοιμόταν ξαπλωμένος στον ήλιο. Αφού αλληλοχαιρετήθηκαν, το καθένα σύμφωνα με το έθιμο της φυλής του, έμειναν εκεί κι έπιασαν κουβέντα.
Το πρώτο μυρμήγκι είπε: «Αυτοί οι λόφοι και οι πεδιάδες είναι οι πιο άγονες που έχω δει ποτέ μου. Έψαχνα ολημερίς για ένα σποράκι, οτιδήποτε, μα δεν βρήκα τίποτα.»
Μίλησε και το δεύτερο-«Ούτε κι εγώ βρήκα κάτι, κι ας έψαξα κάθε ρωγμή και αμυχή. Αυτή ΄ναι θαρρώ, η γη που οι συμπατριώτες μου λένε μαλακή και κινούμενη γη κι όπου εδώ τίποτα δεν φυτρώνει.»
Τότε το τρίτο μυρμήγκι, σήκωσε το κεφάλι του κι είπε: «Φίλοι μου στεκόμαστε αυτήν τη στιγμή πάνω στην μύτη του Υπερμύρμηγκα, του πανίσχυρου και απέραντου μυρμηγκιού. Το σώμα του είναι τόσο μεγάλο που δεν μπορούμε να το δούμε, η σκιά του είναι τόσο τέραστια που δεν μπορούμε να τη σκιαγραφήσουμε, η φωνή του είναι τόσο βροντερή που δεν μπορούμε να την ακούσουμε. Αυτός είναι ο Πανταχού Παρών [και τα Πάντα Πληρών]!
Όταν το τρίτο μυρμήγκι είπε αυτά, τα άλλα δυο αλληλοκοιτάχτηκαν και γέλασαν.
Μα την ίδια εκείνη στιγμή ο άνθρωπος κουνήθηκε στον ύπνο του σήκωσε το χέρι του κι έξυσε τη μύτη του – και τα τρία μυρμήγκια έγιναν λιώμα.”
Προσέξτε: α)Το τρίτο έδωσε πιο σωστή εκδοχή μα τα άλλα δύο, αιχμαλωτισμένα στην πλάνη τους που νόμιζαν αλήθεια, δεν την πίστεψαν, και β) Και τα τρία πέθαναν, άσxετα με τα πιστεύω τους.