Ο Άγιος καθόταν όλο το πρωί στην ακροποταμιά. Ο ήλιος έλαμπε, η λιακάδα απλωνόταν. Το δροσερό βοριαδάκι κατέβαινε με το ήρεμο ποτάμι. Στα δέντρα οι φυλλωσιές κουνιούνταν ανάλαφρα. Που και που κάποιο πουλί σφύριζε. Ο Άγιος καθόταν.
Οι χωρικοί ανησύχησαν καθώς επιδόθηκαν στις δουλειές τους.
«Δεν θα έπρεπε να κάνει κάτι;» απόρησαν μερικοί.
«Κάνει, κάνει…» έκραξαν δυο βατράχια, μα κανένας δεν κατάλαβε τι είπαν.
«Δεν θα έπρεπε να ψέλνει;» αναρωτήθηκαν άλλοι.
«Ψέλνει, ψέλνει!…» ψιθύρισε το αγέρι στις φυλλωσιές, μα πάλι κανένας δεν κατάλαβε τι έλεγε.
«Τουλάχιστον ας προσευχόταν,» είπαν άλλοι.
«Προσεύχεται!» κελάρυσε το ποτάμι καθώς κυλούσε με τον ήρεμο ρυθμό του, μα οι άνθρωποι δεν καταλαβαίναν.
Ο Άγιος πήρε μια πέτρα, μικρή κι ανάλαφρη σαν αμφιβολία, και την έριξε αμέριμνα στο νερό. Αμέσως σχηματίστηκε ένας κυματισμός που απλώθηκε, κι άλλος, κι άλλος, ωσότου όλοι έσβησαν. Το νερό αναπροσαρμόστηκε και συνέχισε να κυλάει κυματίζοντας ελαφρά δίχως κανένα παράπονο.
Μερικοί χωρικοί κοίταξαν για λίγο μα ούτε κι αυτό το κατάλαβαν.
«Έτσι λειτουργεί το σύμπαν,» είπε ο Άγιος. «Ήσυχα, δίχως περιττές φανφάρες κι επιδείξεις».
Ίσως κάτι να κατάλαβαν όσοι άκουσαν τα λόγια του σοφού και στράφηκαν στις δουλειές τους.
Μα σύντομα ο Άγιος είδε πως ανησυχούσαν πάλι. Το είδαν επίσης τα δέντρα, ο αέρας, το φως, η γη και ο ουρανός.
Έτσι έχουν συνηθίσει να ζουν οι πολλοί άνθρωποι – κάνοντας κι ανησυχώντας.
Το να μένει κάποιος σε ησυχία και να κοιτά και να ακροάζεται χωρίς να ψάχνει φαίνεται πολύ ανησυχητικό.