
Στις παρυφές της ιερής πόλης Βαρανάσι (= Μπενάρες), στη όχθη του ποταμού Γάγγη, ένας φτωχός αγρότης βρήκε μια μέρα μια κόμπρα πλάι σε μυρμηγκοφωλιά. Το ερπετό τον κοίταζε ήπια χωρίς να κουνιέται. Εκείνος τη θεώρησε ενσάρκωση κάποιου ιερού πνεύματος, την προσκύνησε κι έφερε μια γαβάθα με γάλα.
Την άλλη μέρα, όταν πήγε να πάρει την άδεια γαβάθα, εκεί βρήκε ένα χρυσό νόμισμα. Προσευχήθηκε κι ευχαρίστησε το πνεύμα που ήταν ενσωματωμένο στη μορφή της κόμπρας.
Κάθε μέρα ο ευσεβής αγρότης έφερνε τη γαβάθα με το γάλα στο φίδι και κάθε μέρα έβρισκε το χρυσό νόμισμα.
Με το νέο εισόδημα ο αγρότης μπόρεσε να αγοράσει μερικά καινούρια έπιπλα και συσκευές που η οικογένεια είχε ανάγκη. Αγόρασε επίσης καινούρια εργαλεία και σπόρους για το χωράφι.
Μια μέρα έπρεπε να ταξιδέψει σε ένα κοντινό χωριό και αφού εξήγησε το τι γινόταν ανέθεσε στο γιο του να δίνει τη γαβάθα με το γάλα στην κόμπρα. Ο γιος ήταν άπληστος όμως, ήθελε πολύ χρυσάφι αμέσως. Έτσι έδωσε τη γαβάθα με το γάλα, μα με μια βέργα προσπάθησε να σκοτώσει το φίδι για να πάρει από την κοιλιά του, όπως νόμιζε, όλα τα νομίσματα.
Η κόμπρα γλίστρησε στη ψηλή βλάστηση κι εξαφανίστηκε. Δεν ξαναγύρισε κι η οικογένεια έχασε την ευλογία της.