Και αυτό είναι απόσπασμα από το Σώμα της Άνοιξης (τμήμα Γ΄) 1990 του Νίκου Καζάνα. Δεν έχουμε κάνει κριτική ανάλυση, μα θα μπορείτε να την κάνετε εσείς μετά από τόσες άλλες που παρουσιάσαμε!

Ας βοηθήσω με λίγα σχόλια δικά μου…
Πρώτα υπάρχει ο διπλός τρόπος θέασης από την πλευρά νύχτας και μέρας.
Μα σε κάθε θέση παρατήρησης, ο ποιητής μένει αποσπασμένος. Η νύχτα γίνεται «δέντρο μυριόφυλλο» με τα φώτα της πόλης σαν «καντήλια αναμμένα» να θυμίζουν εκκλησία ή μυστήρια τελετουργία, ή με τα όνειρα στα πόδια του, ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο με φώτα και δώρα. Τα άγχη και άλλα προβλήματα, αποκυήματα της απληστίας μας με τη δράση της ημέρας, ανακουφίζονται κι επουλώνονονται προσωρινά στον ύπνο. Εδώ η πρόταση δένεται με την παρήχηση του «π». Το φεγγάρι ρίχνει τις αχτίδες του σαν «σχόλια ειρωνικά» στους ανθρώπους που σχεδιάζουν (οι αντωνυμίες «Εγώ, εμείς» κλπ) ή επιδίδονται σε πράξεις ανώμαλες. Το ίδιο (ασημένιο) φως γίνεται σαν τα αργύρια που λεκιάστηκαν με το προδοτικό φιλί του Ιούδα. Η φράση «Πολλές οι νύχτες» παραπέμπει στον στίχο του Σεφέρη «Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν» και τις υπόλοιπες γραμμές στο ποίημα «Τελευταίος σταθμός» (αρχή). Ο στίχος «σαν του Αόρατου μαυρόασπρα..» πάει και με τους «ίσκιους» και με τα «σεντόνια μουσκεμένα» με τους ιδρώτες κι έρωτες των ανθρώπων…
Το «Αόρατο» γίνεται «Αθέατο» στο μέρος της ημέρας και πρόκειται φυσικά για το Ύψιστο, το Απόλυτο ή τον Θεό, του οποίου όλα αυτά είναι εκδηλώσεις ( σαν ίσκιοι – ή τα αρνητικά ή τα εκθαμβωτικά ξεσπάσματα της Άνοιξης)….