Π307: Αιολική Γη (2)

Π307: Αιολική Γη (2)

- in Ποίηση
0

(Αφήγηση και κύρια ιδέα)

1. Ο καθηγητής του Harvarel Cedric Whitman έγραψε το 1957 για το βιβλίο αυτό – ‘‘και μόνο την Αιολική Γη αν είχε γράψει ο Βενέζης, πάλι θα ήταν ένας από τους μεγάλους μυθιστοριογράφους όλων των εποχών. Η λεπτότητα και η απλότητα αυτού του έργου είναι απαράμιλλες. Σχεδόν μπορεί κανείς να πει πως σ’ αυτό το βιβλίο καθορίζεται το τι είναι έργο τέχνης’’. (Εξώφυλλο, 70η έκδοση, 2019)

Πώς καθορίζεται το αληθινό έργο τέχνης; Πώς δηλαδή, διαφέρει αυτό το έργο από άλλα μυθιστορήματα;

Τι είναι αυτή η λεπτότητα και τι η απλότητα που ο καθηγητής καθορίζει ως κρίσιμα κριτήρια;

2. Οπωσδήποτε η συνεπής χρήση ενός συμβόλου, μιας αναλογίας ή μεταφοράς, όπως αυτό της θάλασσας που αναφέραμε στο προηγούμενο Π306: δεν είναι μόνο το Αιγαίο πέλαγος (η Μαύρη θάλασσα και ο Ωκεανός πιο πέρα), μια δύναμη μέσω της οποίας οι άνθρωποι εμπλουτίζουν τη ζωή τους, μα και σύμβολο ζωής κι ελευθερίας. Αλλά προτού εξετάσουμε άλλες όμοιες ιδέες που εμφανίζονται κατά διαλείμματα στη σύνολη αφήγηση κι έτσι της δίνουν ενότητα, ας δούμε μερικά από τα μέσα που χρησιμοποιεί ο Βενέζης για να οικοδομήσει το μυθιστόρημά του.

Η γλώσσα είναι απλή Δημοτική μα διανθισμένη με ιδιωματισμούς και λέξεις που μιλιούνταν στα παράλια της Αιολίδας. Αποκτά έτσι μια αυθεντικότητα – μα, φυσικά, χάνεται στις διάφορες μεταφράσεις που έγιναν μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, σε πολλές περιπτώσεις το πρώτο σύγχρονο ελληνικό λογοτέχνημα. Βρίσκουμε δάνεια όπως ‘‘μαρτίνι’’ (= ντουφέκι), ‘‘κιαγιάς’’(= επιστάτης), ‘‘ντεβές’’ (αρσενική καμήλα), ‘‘νταλίκα’’ (= άμαξα) κλπ. Αλλά απαντάμε και λεκτικές μορφές που σήμερα δεν χρησιμοποιούνται – το ζο (= ζώο, του ζου, τα ζα), νομάτοι, μολοντούτο. Όπως μορφές ρημάτων όπως ‘‘αφαιριόμουνα’’, “σκέπω” (σκεπάζω, προσφέρω, σκεπή), θα “φτάξει” (= φτάσει) κλπ.

3. Η αφήγηση είναι ζωηρή πάντα και απλή σαν παραμύθι. Είναι πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη. Δηλαδή, ο συγγραφέας αναπολεί την παιδική του ηλικία ως παιδί, Πέτρος, που ζει με τους γονείς και τις αδελφές του (Ανθίππη, Αγάπη, Άρτεμη, Λένα) και τον παππού και τη γιαγιά στο Αϊβαλί κάτω από τα Κιμιντένια βουνά (απέναντι από τη Λήμνο). Ζουν στο σπίτι τους στην πόλη, πάνω στη θάλασσα, μα δεν ακούμε παρά ελάχιστα για τη ζωή τους εδώ και δεν μαθαίνουμε τίποτα για τον πατέρα τους (μια από τις λίγες αδυναμίες του βιβλίου). Αλλά το κύριο μέρος εκτυλίσσεται στο τσιφλίκι του παππού του στα ριζά του βουνού με τις αγριοβαλανιδιές και τις οξιές με τα αγριογούρουνα, τα τσακάλια και τους λύκους, τους αετούς και τους τσαλαπετεινούς, τις χελώνες, τις σαύρες και τις ελάχιστες αρκούδες. Σε πολλά κεφάλαια είναι τριτοπρόσωπη καθώς ο συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία που δεν έζησε ο ίδιος, όπως στο 2ο Μέρος, κεφάλαια 1 και 2, όπου ανιστορεί την επίσκεψη του Σκωτσέζου αριστοκράτη Κάστιμπαλ στο Αιγαίο. Εκεί ο πλούσιος νέος συναντά μια όμορφη κοπέλα στη Μύκονο και ζητά το χέρι της από τον ψαρά πατέρα της που τρομάζει και φεύγει με τη θυγατέρα του από το νησί. Ο Σκωτσέζος τους ακολουθεί παντού και τελικά ο ψαράς συναινεί στον γάμο και η κόρη της Μυκόνου γίνεται η γιαγιά της Ντόρις που παντρεύεται Έλληνα κι έρχεται με τον άντρα της στο Αϊβαλί – μια από τα κύρια πρόσωπα της ιστορίας με ατίθασο αρχοντικό χαρακτήρα.

4. Ο Βενέζης χρησιμοποιεί και τον διάλογο για να προωθήσει την αφήγηση ή να ολοκληρώσει τον χαρακτήρα ενός προσώπου, όπως όταν (στο 3.3) τρία παλικάρια του τρανού κοντραμπατζή Παγίδα λένε ο καθένας και ένα από τα ανδραγαθήματα του αρχηγού τους.

Κάθε κεφάλαιο έχει μια ή περισσότερες αφηγήσεις, πάντα με απλή πλοκή και με πλούσιες παραστατικές εικόνες, συνήθως, και δραματικές και λυρικές.

Γενικά πιστεύεται πως το κύριο θέμα είναι ο ξεριζωμός των Ελλήνων (και Χριστιανών) από τις εστίες τους στα δυτικά παράλια της Ανατολίας.

Αυτός σίγουρα παρουσιάζεται στην τραγική εξέλιξή του – μα δεν είναι.

Το κύριο θέμα είναι η ωρίμανση των παιδιών, κυρίως του Πέτρου και της Άρτεμης και σε κάποιο βαθμό της μικρής Λένας, σε έναν σχεδόν ιδανικό κόσμο αθωότητας και γαλήνης με σταθερές παραδόσεις και ηθικές αξίες. Ο Πέτρος ξεπερνά το μίσος του για τον νεκρό κυνηγό και τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα για την όμορφη Ντόρις. Η Άρτεμη επίσης ξεπερνά τη ζήλεια και το μίσος της για την Ντόρις που, άθελα φυσικά, της είχε κλέψει τον (νεκρό πια) κυνηγό. Έτσι επέρχεται η συγχώρεση και συμφιλίωση (3.4) καθώς, μετά τους πρώτους διωγμούς, όλα ετοιμάζονται για να μεταναστεύσουν όλοι στο Αιγαίο σε μια νέα πατρίδα.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *