(Αφύπνιση πάθους)
1. Όπως η καλοσύνη και η γαλήνη, έτσι και το Κακό, θεληματικά ή άθελα, ο Βενέζης το κάνει να είναι εγγενές στον κόσμο των Κιμιντένιων στην Αιολίδα. Ο προσεκτικός αναγνώστης βλέπει πολλές καταστάσεις και δραστηριότητες όμοιες με τις ανάρμοστες δικές μας παραβάσεις. Υπάρχουν άνθρωποι με παράλογες εμμονές, όπως ο Στέφανος που ψάχνει να υλοποιήσει το «αεικίνητο» και νομίζει πως όταν βρει τη μια βίδα που του λείπει και φτιάξει το ρολόι ώστε να παίζει τη μουσική του αενάως, η αγαπημένη του θα εγκαταλείψει τον πρόξενο σύζυγό της και θα τρέξει κοντά του. Είναι και ο Αλής που ψάχνει το καμήλι του με το λευκό κεφάλι (1.6). Υπάρχουν και οι πλούσιοι, ματαιόδοξοι γλεντζέδες που ορισμένα βράδια, μπορεί να τζογάρουν και να χάσουν μια περιουσία, όπως ο Θόδωρος που παντρεύτηκε τη θεία Ιωάννα, μικρότερη αδερφή της μητέρας των παιδιών (1.7). Υπάρχουν και οι ληστές σαν τον Λαζό-εφφέ και τη συμμορία του ή τον Παγίδα και τους κοντραμπατζήδες. Μα εκείνοι δεν είναι σαν τους σημερινούς απατεώνες και ληστές που βασανίζουν ηλικιωμένους και κλέβουν ακόμα και φτωχούς. Εκείνοι είναι παλικάρια και ζουν σύμφωνα με έναν αναγνωρισμένο, γενικό κώδικα τιμής (κι εντιμότητας). Ο Λαζός χαρίζει τις 100 λίρες, που πήρε από τον Γιαννακό Μπιμπέλα, ως προίκα για τη νεογέννητη κόρη του (1.2). Ο δε Παγίδας μαστιγώνει αλύπητα τον θρασύδειλο που έβαλε φωτιά στον καημένο τον Στέφανο και ο ίδιος φροντίζει τα εγκαύματά του παλαβού ανθρώπου(1.6).
2. Όταν στο 1.6 ο Πέτρος μαθαίνει, λέει, την ιστορία του κόσμου από τους ταξιδιώτες που περνούσαν από το υποστατικό τους, οι σελίδες του βιβλίου (της Ιστορίας) γυρίζαν «για να μάθει ένα παιδί πώς, πέρα απ’ τις εξωτερικές ομοιότητες, πέρα απ’ τη χαρά και τη λύπη, ένα άλλο στοιχείο, δυνατό σα φωτιά, ένωνε τους ανθρώπους κ’ έκανε να μοιάζουν οι μοίρες τους: το κυνηγητό του πάθους, η ανάγκη να βασανίζονται». Και ακολούθησαν οι δυο ιστορίες του Στέφανου που άφησε την κατασκευή σαμαριών για να κυνηγήσει τη «μαγική βίδα», το «αεικίνητο» που θα δημιουργούσε, και του Αλή που άφησε τη γυναίκα του για να βρει το χαμένο του καμήλι.
Μα υπάρχουν και άλλες εκδηλώσεις αυτού του πάθους που ωθεί τους ανθρώπους να αυτοβασανίζονται. Μια από αυτές είναι η ματαιοδοξία. Και για αυτό το πάθος, μαθαίνουμε από την Ιωάννα, τη θεία των παιδιών που ήταν «περήφανη και υπεροπτική κοπέλα», είχε παντρευτεί έναν από τους πιο όμορφους και πλούσιους άντρες του τόπου και «αυτό είχε βοηθήσει πολύ τη ματαιοδοξία της» (1.7) Αργότερα στο ίδιο κεφάλαιο, όντως, και οι δυο τους παρουσιάζονται πολύ δυστυχισμένοι.
3. Μα η πιο βασανιστική εκδήλωση του εγωισμού είναι η προσκόλληση με την κτητικότητα, τη ζήλεια και το μίσος.
Τα παιδιά έχουν φτάσει στην πρώιμη εφηβεία: η Άρτεμη είναι 13 και ο Πέτρος 11, όποτε αρχίζει να αφυπνίζεται μέσα τους και η ερωτική ορμή (1.8 αρχή).
Η περιγραφή αρχίζει με την εμπειρία για να περάσει μετά σε σύμβολα της φύσης – ήλιος, ελιά, φως, νερό κλπ.
«(Σ)τα χέρια που άγγισαν την Άρτεμη, στα δάχτυλα, εκεί στις άκρες είναι ύλη. Σαλεύει βουβά μια σταγόνα αίμα κάτω απ’ το δέρμα… Ακούγονται καθαρά οι χτύποι κάτω απ’ το αλαφρύ φλούδι που τυλίγει το αίμα, κάτω απ’ το δέρμα. Ώσπου οι παλμοί ξεμακραίνουν απ’ την πηγή τους για να γίνουν δύναμη, που αρχίζει τη δική της ανεξάρτητη ζωή…
Ο ήλιος παίζει πάνω στα φύλλα της ελιάς. Το φως κυλά, ύλη γόνιμη, ύλη άπληστη, πλημμυρισμένη από περιέργεια καθώς οι φλέβες το νερό στα έγκατα της γης, καθώς στη σάρκα τα δάχτυλα των ανθρώπων. Γλιστρά μέσα απ’ τα φύλλα, μια στιγμή ρίχνεται στις ρωγμές του κορμιού, τις ανασκαλεύει, δε βρίσκει τέρμα, δε βρίσκει λύτρωση. Πάλι γλιστρά, χαμηλότερα στη γη… ν’ ανακαλύψει τη μαγεία της γης.»
Η ανθρώπινη ορμή συμβολίζεται με φυσικές δυνάμεις – ο ήλιος με το φως του (αρσενικό), η γη με τη μαγεία της (θηλυκό).
Καταλύτης εδώ είναι στη συνέχεια η κόρη από τα ξένα, η Σκωτσέζα αρχοντοπούλα Ντόρις (με γιαγιά Ελληνίδα από τη Μύκονο) που έχει παντρευτεί τον υιό Βηλαρά του άλλου μεγάλου τσιφλικιού κοντά στη θάλασσα, τον οποίο όμως δεν γνωρίζουμε καθόλου.
4. Νωρίτερα, η Άρτεμη και ο Πέτρος συναντούν στο δάσος τον κυνηγό με την άσπρη μαντήλα με κίτρινα άστρα. Η Άρτεμη τον έχει ξαναδεί κι ελκύεται από την αντρεία και την ομορφιά του («Είναι κυνηγός! Είδες τι όμορφος είναι;» 1.8) Ο Πέτρος ζηλεύει και σκοτώνοντας μια νυφίτσα με τη σφεντόνα του της δείχνει πως είναι κι αυτός κυνηγός. Μα και η Άρτεμη αρχίζει να νιώθει ζήλεια καθώς ο κυνηγός δείχνει ζεστή αφοσίωση στην αφέντισσα, τη Ντόρις, που έρχεται από τα ξένα.
Στη γιορτή του ερχομού της Ντόρις στο τσιφλίκι του Βηλαρά, η Άρτεμη νιώθει παρατημένη (και προδομένη) από τον κυνηγό που κάνει ό,τι μπορεί για να ευχαριστήσει τη Ντόρις πυροβολώντας ένα κοτσάνι με τριαντάφυλλο να της το προσφέρει. «Με φοβισμένα βήματα, σκιά που θέλει να χαθεί, με μια μικρή καρδιά που τρέμει η Άρτεμη βγαίνει απ’ τους ήχους του πλήθους και παίρνει, έρημη μες στη νύχτα, το μονοπάτι του γυρισμού [στο σπίτι της].»
Βλέποντας την τόσο αναστατωμένη, τόσο θλιμμένη, ο Πέτρος νιώθει μεγάλο θυμό: «Μισώ όλους τους κυνηγούς του κόσμου.» Στη συνέχεια καθώς ελκύεται από την όμορφη Ντόρις η αντιζηλία του προς τον κυνηγό εκδηλώνεται πιο έντονα (2.5).
Μα είναι τα αισθήματα της Άρτεμης που φουντώνουν με εντονότερη ζήλεια, οργή και απόγνωση και γίνονται μίσος. Μισεί ακόμα και τη μουσική που η Ντόρις παίζει στο πιάνο (2.6). Όταν δε ο κυνηγός και η Ντόρις μπαίνουν στη σπηλιά των αγριογούρουνων και την αγνοούν παντελώς, «Αχ, ας ήταν να πεθάνει… και να μη γυρίσει πίσω, αυτή που μου πήρε τη σπηλιά, που πήρε τον κυνηγό, που πήρε το μικρό αδερφό της.» Και τότε πάει και κόβει τη ζώνη της σέλας κάτω από την κοιλιά του αλόγου της Ντόρις (2.7).
5. Αργότερα η Άρτεμη μαθαίνει πως η Ντόρις δεν έπαθε τίποτα παρότι η σέλα της έπεσε ρίχνοντας την στο έδαφος. Ο κυνηγός που της έφερε την είδηση της έφερε και μια μαντήλα δώρο από τη Ντόρις. Έτσι τα αισθήματα της άρχισαν να αλλάζουν (2.7, τέλος).
Μα όταν αργότερα το κορίτσι συνοδεύει τη Ντόρις και βρίσκουν τον σκοτωμένο κυνηγό και, αφού η Άρτεμη την κατηγορεί «Εσύ τον σκότωσες! Εσύ τον σκότωσες!», καθώς επιστρέφουν από τη βουνοκορυφή και οι δυο τους πάνω στο ίδιο άλογο, τώρα νιώθουν «ενωμένες σφιχτά η μια στην άλλη».
Στο σπίτι, όμως, η Αγάπη, αδελφή της Άρτεμης, φωνάζει με κακία εκδικητική στην Άρτεμη που κλαίει – «Καλά να πάθεις!… Τώρα όλο το σκοτωμένο θα βλέπεις στον ύπνο σου! Θα σε κυνηγά!»
Αυτή η κακία, αυτό το μίσος είναι που δηλητηριάζει τους ανθρώπους, διαλύει τις οικογένειες και καταστρέφει τον κόσμο.
Όπως λέει και ο μικρός Πέτρος: «Όλοι οι μεγάλοι αυτό κάνουν. Σκοτώνουν» (2.6).
Το ίδιο λέει και η μεγάλη αρκούδα στο αρκουδάκι της: «Ο άνθρωπος αγαπά να χτυπά όσους του μοιάζουνε… Αγαπά να σκοτώνει τον όμοιό του.»(2.8).