Π309: Αιολική Γη (4)

Π309: Αιολική Γη (4)

- in Ποίηση
0

(Κακό και Σιωπή)

1. Οι περισσότεροι κριτικοί και σχολιαστές εντυπωσιάζονται από τις ιδανικές συνθήκες που βλέπουν στον κόσμο της Αιολίδας κάτω από τα Κιμιντένια βουνά εκεί όπου μεγαλώνουν ο Πέτρος, ο κύριος αφηγητής, και οι αδερφές του. Μεγαλώνουν με την φροντίδα των γονιών (αν και ο πατέρας έχει μόνο μια συντομότατη εμφάνιση) και, τα καλοκαίρια, των παππούδων τους. Και μαθαίνουμε λίγα πράγματα για την πόλη μα είναι το μεγάλο τσιφλίκι του παππού Γιαννάκου Μπιμπέλα που αποτελεί το κύριο σκηνικό στο οποίο ξετυλίγονται τα πιο σημαντικά περιστατικά της ζωής των παιδιών και το κέντρο από όπου παρατηρούνται οι ευρύτερες ιστορικές εξελίξεις.

Σχεδόν όλοι βρίσκουν μια αθωότητα να κυριαρχεί στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και των ανθρώπων με τη φύση και μια εντιμότητα καθώς ο λόγος και η τιμή ήταν σταθερές αξίες μαζί με τον σεβασμό για τους πρεσβύτερους και τους προγόνους, με τη φροντίδα για τους εργαζόμενους και τους αδύναμους, τη φροντίδα και αφοσίωση στη γη και τους άγραφους κανόνες – όπως το να μην κλέψεις από φτωχό ή στο κυνήγι να μη χτυπήσεις πουλί καθιστό μα μόνο στο πέταγμα. Είναι και η σχεδόν απίστευτη αμεριμνησία των παιδιών (πάντα κυρίως του Πέτρου και της Άρτεμης) στο τσιφλίκι και στο πυκνό δάσος των βαλανιδιών και οξιών με τα ζώα και τα πουλιά. Κι έτσι σχεδόν όλοι χρησιμοποιούν όρους όπως παραμυθένια ή ονειρεμένη ζωή, ειρήνη και γαλήνη κι ένας επίγειος παράδεισος.

Και μετά, γράφουν, έρχεται η απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα του ευρύτερου κόσμου καθώς ξεκινά ο πόλεμος του 1914 και αρχίζει ο ξεριζωμός του ελληνισμού.

2. Δεν έχω διαβάσει πολλές κριτικές, μα πουθενά σε όσες διάβασα δεν βρήκα μια αντικειμενική προσέγγιση που να επισημαίνει αφενός την εμφάνιση του Κακού και αφετέρου να δείχνει την ωρίμανση των παιδιών. Λίγο πολύ βρίσκουμε αυτά τα θέματα στο πρώτο κεφάλαιο.

Τα κύματα του Αιγαίου μετέφεραν την είδηση της ανάδυσης της Λέσβου στις ακτές της Αιολικής γης και με την επανάληψη τα σκληρά βουνά παράτησαν την αδιαφορία τους κι έσκυψαν να δουν το νησί. Η γη του νέου νησιού είχε δέσει «το φως με τη γαλήνη» και είχε μια γραμμή και κίνηση «τόσο ήμερη σα να είχε μέσα της τη σιωπή». Τα βουνά τότε ζήλεψαν «το παιχνίδι της αρμονίας και της σιωπής» και αποφάσισαν να κάνουν κι αυτά «έναν τόπο γαλήνης στη γη της Αιολίδας». Παραμέρισαν, λοιπόν, «τραβήχτηκαν στο βάθος κι ο τόπος που άφησαν έγινε ο τόπος της Γαλήνης». Ήταν τα Κιμιντένια βουνά και η γη ως τη θάλασσα.

Σ’ αυτόν τον τόπο της Γαλήνης ζούσαν – παίζοντας και καυγαδίζοντας κι εξερευνώντας – και μεγάλωναν τα παιδιά.

Μα όλη η περιοχή κάτω από τα Κιμιντένια ως τη θάλασσα ήταν κακή γη διότι η θάλασσα είχε εισχωρήσει βαθιά μέσα της και χρειάστηκε οι πρόγονοι να δουλέψουν σκληρά για να την εκχερσώσουν και να την κάνουν γόνιμη. Και αυτό επιτεύχθηκε τελικά στα χρόνια του παππού, του Γιαννάκου Μπιμπέλα.

3. Όπως ένα σπέρμα του Κακού υπήρχε από την αρχή στο φυσικό γήινο περιβάλλον, έτσι παρουσιάζεται και στον ψυχισμό των παιδιών ένα όμοιο σπέρμα Κακού, ο εγωισμός με τις εκδηλώσεις του.

Πάλι στο πρώτο κεφάλαιο, το πρώτο βράδυ που ακούνε τους κρότους στο κίτρινο δωμάτιο του «οχυρού», που είναι το υποστατικό όπου φυλάσσονται τα όπλα, και καυγαδίζουν ο Πέτρος και η Άρτεμη, γιατί το κορίτσι λέει πως είναι τα σπαθιά που μιλούν με τα πιστόλια, ενώ το αγόρι πρώτα λέει επιπόλαια πως είναι τσακάλι περαστικό και μετά τα φύλλα. Και η Άρτεμη τον κοροϊδεύει περιφρονητικά ως μικρότερο. Ο Πέτρος αφηγείται: «Μου ερχόταν να κλάψω απ’ το κακό μου και απ’ το παράπονο επειδή η Άρτεμη ήταν κορίτσι κι ένα κορίτσι δεν θα ΄πρεπε να ξέρει πιο πολλά από ένα αγόρι… αδικία πολλή ήταν στον κόσμο.» Και το αγόρι θύμωσε.

Ήδη, νωρίτερα, ο Πέτρος είχε ξυπνήσει τρομαγμένος και μετά συγκεντρωνόταν να ακούσει με αγωνία για να ακούσει ό,τι κι η Άρτεμη.

Έτσι βλέπουμε να υπάρχουν ήδη ο φόβος, η ζήλεια (να ακούσει τόσο καλά όσο κι εκείνη), η αλαζονεία (το ανώτερο αγόρι) και ο θυμός. Και αυτά τα αρνητικά συναισθήματα βρίσκονται ήδη στο μικρό αγόρι, δεν ήρθαν ως συνέπεια του πολέμου, του διωγμού και της προσφυγιάς. Στην πραγματικότητα τίποτα από την όλη αφήγηση ως τις πρώτες δολοφονίες και τον διωγμό στο τρίτο και συντομότερο μέρος του βιβλίου δεν προκαλείται από τη σχεδιασμένη επίθεση των Τούρκων.

Από πού προέρχονται; Πώς βρίσκονται ήδη στον ψυχισμό των παιδιών;

Η μεγάλη αδερφή Ανθίππη τους λέει ατάραχα «Ποντίκια είναι, μην κάνετε έτσι. Κοιμηθείτε!»

4. Ο Πέτρος δεν κοιμάται τόσο εύκολα. Μα ίσως και να βυθίζεται στον ύπνο και να ονειρεύεται: «Οι θόρυβοι του δάσους, της γης, των ζαρκαδιών γίνουνται ένα γίνουνται η παράξενη μουσική που λέει για τα παραμύθια και για τα όνειρα, λέει για τα ταξίδια των παιδιών που πάνε καβάλα σε χρυσόψαρα να βρούνε τη «Ροδοπαπούδα» με το άσπρο φόρεμα και τα ασημένια μαλλιά και με το Μεγάλο Δράκο που φυλάει στην πόρτα της». Ακόμα και τα πιστόλια και σπαθιά θέλουν κι αυτά να μη μένουν «κλεισμένα κι έρημα» αλλά να ταξιδέψουν πάνω σε δελφίνι. Και το αγόρι τα προσκαλεί – «Ελάτε κι εσείς».

Από τον δικό του κόσμο της Γαλήνης και τώρα της εύφορης γης ο Πέτρος ταξιδεύει με τα χρυσόψαρα για να βρει τον ονειρεμένο τόπο της (πριγκίπισσας, νεράιδας;) Ροδοπαπούδας που φυλάσσεται από τον Μεγάλο Δράκο.

Την αγαπούσε πολύ τη θάλασσα, όπως κάθε παιδί που έχει γεννηθεί κοντά της, και συχνά ταξίδευε σε όνειρα όπως όταν την έβλεπε από ψηλά στο βουνό, εκεί που τον πήγαινε η μητέρα του. «Τα δέντρα που με τριγύριζαν γίνονταν καράβια με ψηλά κατάρτια, τα φύλλα που θροούσαν γίνονταν πανιά, ο άνεμος ανατάραζε το χώμα, το σήκωνε σε ψηλά κύματα, τα μικρά τριζόνια και τα πουλιά ήταν χρυσόψαρα και πλέανε κι εγώ ταξίδευα μαζί τους.»

Η θάλασσα, έγραψα στο πρώτο άρθρο Π306: Αιολική Γη είναι σύμβολο ελευθερίας.

5. Μα υπάρχει επίσης μια διαφορετική διάσταση, η ενότητα με τη σύνολη φύση, την οποία ο Πέτρος εμπειράται και περιγράφει εκείνο το βράδυ με τους θορύβους.

«Έβαζα όλη μου την προσοχή και αφουγκραζόμουν. Η γη αναπαύεται και γονιμοποιεί τους σπόρους, κι απ’ το μυστικό της έργο έρχεται ένας ελάχιστος θόρυβος που μπορεί να φτάσει μονάχα σ’ ένα παιδί. Οι ρίζες των δέντρων σαλεύουν στα σκοτεινά γυρεύοντας νερό να πιούν, οι φλούδες των κορμών σαλεύουν για να χυθούν οι χυμοί στους κλώνους και στα φύλλα, τα τυφλά σκουλήκια αγωνίζονται έρημα τον μικρό τους αγώνα, ένα ζαρκάδι πέρασε και χάθηκε, ένα άλλο, κυνηγημένο από μεγαλύτερό του αγρίμι, δεν μπόρεσε να περάσει στο δάσος να γλιτώσει κι ακούγεται η σπαρακτική φωνή του βαθιά, η φωνή του θανάτου. Ύστερα όλα ησυχάζουν, κ’ έρχεται η Μεγάλη Σιωπή.»

Αυτή η Σιωπή είναι για τον συγγραφέα σπουδαία, οικουμενική δύναμη. Την αισθάνεται στο δάσος, κάτω από τους κλώνους (1.5), στην ίδια τη γη (1.6) και τη νύχτα καθώς βγαίνουν τ’ άστρα (1.2,1.5). Είναι μια δύναμη που ενώνει και διατρέφει.

Σε αυτήν τη διάσταση ωριμάζει ο άνθρωπος κατανικώντας τις εκδηλώσεις του κακού στον ψυχισμό του καθώς αφήνει να υπερισχύσουν οι εκδηλώσεις του καλού – της συμπόνιας, συγχώρεσης, συμφιλίωσης.  

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *