Π311: Αιολική Γη (6)

Π311: Αιολική Γη (6)

- in Ποίηση
0

1. H αφήγηση του Βενέζη είναι πολυσχιδής: αλλάζει τόνο και ύφος ανάλογα με την περίσταση. Αλλού είναι λεπτομερής περιγραφή, αλλού γρήγορη, λακωνική, αλλού λυρική, αλλού ένα συμβολικό στοιχείο εκφράζει μια λεπτότερη άποψη του περιστατικού που διαδραματίζεται.

Από το 2.3, αρχή, παίρνω την περιγραφή του Πέτρου για το πώς το αγόρι υποδέχεται και απολαμβάνει την πεμπτουσία του καλοκαιρού: ‘‘Ήρθαν οι ζεστές καλοκαιρινές μέρες. Ο ήλιος στέλνει κύματα από φως στα Κιμιντένια, στον ελαιώνα [του τσιφλικιού]. Θέλω πάντα να μένω έξω, κοντά στη γη, απροφύλακτος, τις ώρες του μεσημεριού…που ο ήλιος καίει, όταν η εποχή ζει τη μεγάλη στιγμή της…το μεσημέρι. Έτσι, καταλαβαίνω να ζω βαθιά το καλοκαίρι, να γίνουμαι ένα μαζί του… Ζούμε μαζί με τα μυρμήγκια…Ξαπλωμένος μπρούμυτα με το στόμα να δαγκάνει το μαύρο χώμα της Ανατολής…τα παρακολουθώ κοντά στη φωλιά τους… Ένα γεράκι καρφωμένο στον ουρανό βιγλίζει τη σαύρα, τη σαλαμάντρα· μα αυτή ανυποψίαστη δεν μπορεί να μαντέψει το ταξίδι που της ετοιμάζεται προς το ύψος. Ένα βατράχι κάπου μακριά φώναξε, σώπασε. Ένα καραβάνι καμήλες πέρασε. Έδωσε μερικούς ήχους σώπασε.’’

Ξεκινά με τη ζέστη του καλοκαιριού, δίνει την πηγή, τον ήλιο ψηλά στο μακρινό όριο του κόσμου μας, τον ουρανό, μετά κατεβαίνει στο άλλο, το χαμηλό όριο τη γη με τα μυρμήγκια. Μετά στον μεσόχωρο αιωρείται το γεράκι που παρακολουθεί τη σαλαμάντρα, πίσω, κάτω πάλι στη γη. Αφήνεται να εννοηθεί πως η σαλαμάντρα θα έχει κάποια περιπέτεια (και όντως έχει, όπως θα δούμε) και συνεχίζει με διευρυμένο πεδίο καθώς ακούγεται μακριά ο βάτραχος και το καραβάνι.

2. Στο ίδιο κεφάλαιο 2.3 βρίσκουμε όμοια λεπτομερή περιγραφή και την παραδοσιακή επισημότητα της άφιξης του γιου Βηλαρά με τη γυναίκα του, τη Ντόρις στη μεγάλη αυλή του αρχοντικού.

Μα πολύ διαφορετική είναι η δραματική αφήγηση, λακωνική, κοφτή, όταν η Ντόρις, καβάλα στο άλογο μπαίνει στην αυλή του υποστατικού των παιδιών για να πάρει την Άρτεμη που ξέρει και θα την οδηγήσει στη φωλιά της αρκούδας όπου θα βρουν τον σκοτωμένο κυνηγό. Λέει η Ντόρις:

‘‘Έλα γρήγορα στ’ άλογό μου! Γρήγορα! Γρήγορα! Ανέβα στ’ άλογό μου!’’

Κείνη τη στιγμή κατεβαίνουν την ξύλινη σκάλα, ειδοποιημένοι από τη φασαρία, ο παππούς και η μητέρα μου. Έρχονται τρέχοντας προς του καβαλάρηδες, κοιτάζοντας μ’ έκπληξη την Άρτεμη να καβαλάει το άλογο της Ντόρις.

‘‘Τι είναι κυρά μου!’’ λέει ο παππούς. ‘‘Τι τρέχει;’’

‘‘Τίποτα! Τίποτα!’’ φωνάζει η Ντόρις βιαστικά. ‘‘Να με συγχωρείτε! Πήρα το κορίτσι σας να τρέξουμε λίγο.’’

Και πριν προφτάξουν να της πουν τίποτα άλλο, σπιρουνιάζει τ’ άλογό της και χάνεται, ενώ οι καβαλάρηδές της την ακολουθούν.

3. Διαφορετική είναι η αφήγηση, πάλι, όταν ο Πέτρος έρχεται τρέχοντας και βρίσκει τις αδερφές του να παίζουν και να λένε τα όνειρα για το μέλλον τους (2.4). Η Άρτεμη “βασανίζει ένα τζιτζίκι που έχει πιάσει και που του έχει βγάλει τη μια φτερούγα”. Ο Πέτρος ανακοινώνει πως έχει δει τη Ντόρις για πρώτη φορά (‘‘Τι όμορφη που είναι!’’) κι εξηγεί πως ήταν ντυμένη σαν άντρας κυνηγός μα τη συνόδευε ο κυνηγός με την κίτρινη μαντίλα.

‘‘Τα δάχτυλα της Άρτεμης χαλαρώνουν, ανοίγουν. Το αιχμαλωτισμένο τζιτζίκι κάνει με τη μια φτερούγα που του μένει μεγάλο αγώνα να πετάξει, δεν μπορεί, σέρνεται στη γη, φεύγει.’’

Κατά κάποιο τρόπο η κατάσταση του αιχμάλωτου τζιτζικιού συμβολίζει την κατάσταση της Άρτεμης που είναι αιχμαλωτισμένη στην έλξη της προς τον κυνηγό και, τώρα, είναι χειρότερα αιχμαλωτισμένη στη ζήλεια της την οποία δεν μπορεί, όσο κι αν πασχίζει, ίσως, να ξεπεράσει. Αυτό το πετυχαίνει πολύ αργότερα, όταν αρχίζει ο ξεριζωμός και η μετανάστευση και για την οικογένεια Μπιμπέλα και για την οικογένεια Βηλαρά (3.4).

4. Πολύ διαφορετική είναι και η περιγραφή του ταξιδιού της σαλαμάντρας ψηλά:

‘‘Το γεράκι πια δεν βιγλίζει κ’ η σαλαμάντρα έκλεισε τον κύκλο στην ιστορία του ύψους… Η μητέρα της…, της είπε:

Μάθε να μην κοιτάζεις ψηλά, να μην ονειρεύεσαι. Να κοιτάζεις τα πάντα στη γη. Η γη είναι η μοίρα μας…Οι σαλαμάντρες, λοιπόν, δεν μπορούν να ονειρεύονται; Είναι πλάσματα που μόνο σέρνουνται, κι έτσι θα μείνουν πάντα; (Συλλογίστηκε μόνη της η μικρή σαλαμάντρα.) Ωστόσο σήμερα ήρθε η ώρα της. Κι η μικρή σαλαμάντρα τέλειωσε την ιστορία της ψηλά πάμφωτη από ήλιο κι από γαλάζιο χρώμα, γράφοντας μια γραμμή που σπάραζε ενώ ανέβαινε κρεμασμένη στο στόμα του γερακιού. Να λοιπόν που και για τα πλάσματα που σέρνονται υπάρχει η ελπίδα, υπάρχει έξω από τη θέλησή τους στις δυνάμεις του ύψους.”

Είναι η πιο λυρική περιγραφή θανάτου καθώς πεθαίνοντας, η μικρή σαλαμάντρα εξαϋλώνεται σε ηλιόφως και γαλάζιο ουρανό.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *