Ποίηση IV (Β’)

Ποίηση IV (Β’)

- in Ποίηση
0

από τον Νικόδημο

Μας έγραψε ο Σίσυφος:

Μια άλλη ανάγνωση  1
(στο απόσπασμα από ποίημα του Σεφέρη στο “Ποίηση  IV” )

Το απόσπασμα περιγράφει το κυρίαρχο ελληνικό νησιωτικό – θαλασσινό τοπίο του Αιγαίου. Η αίσθηση που μου αφήνει είναι σαν ένας φακός- τηλεσκόπιο να εστιάζει στο τοπίο των δύο πρώτων στίχων (ίσως χαμηλά κοντά στη θάλασσα) κι ύστερα καθώς ο φακός κινείται προς τα πάνω συναντά το ίδιο τοπίο επαναλαμβανόμενο πολλές φορές, κλιμακωτά, μέχρι να συναντήσει τον ορίζοντα όπου αρχίζει ο ουρανός που φαίνεται απέραντος (βασιλεύει). Η περιγραφή είναι  αναγνωρίσιμη και από την προσωπική μου εμπειρία, είναι εξαιρετικά ακριβής χωρίς να μου μεταφέρει αισθήματα θλίψης ή απογοήτευσης αλλά ούτε και χαράς. Αν κάτι μου δημιουργεί συγκινησιακά είναι ένα αίσθημα του λίγου, του ελάχιστου που υπάρχει στο τοπίο (τρείς βράχοι, λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι / κι ένα τετράγωνο σπιτάκι…) γιατί έτσι είναι ο χώρος-τοπίο στα αιγαιοπελαγίτικα νησιά και σ’ ένα μεγάλο μέρος της υπόλοιπης Ελλάδας κι ο άνθρωπος πρέπει να υπάρξει, να τα βγάλει πέρα, μ’ αυτό το λίγο. Το μόνο που υπάρχει πολύ είναι ο ουρανός, το φως. Το  συναίσθημα που μπορεί να σχηματίσει μέσα μας ο απέραντος ουρανός ίσως είναι μια ανάταση, ένα πέταγμα της ψυχής που χαρακτηρίζει κάποιες στιγμές του Έλληνα, αν και εδώ ο καθένας πρέπει να απαντήσει μόνος του. Ο ποιητής δεν μας  υποβάλει συγκεκριμένο αίσθημα αλλά ορίζει την πραγματικότητα του ολίγιστου πάνω στη γη (την Ελληνική) και του απέραντου ουρανού.

Εδώ πρέπει να πω ότι το απόσπασμα του ποιήματος  που παραθέτει ο Νικόδημος δεν είναι σωστό, δεν είναι ολόκληρο και επιλέγει αυθαίρετα πέντε στίχους (και όχι ολόκληρους) από το σύνολο των εννέα. Αν τους διαβάσει κανείς  όλους, το αίσθημα που περιέγραψα πιο πάνω επιτείνεται και πλουταίνει.

Παραθέτω το απόσπασμα όπως έχει:
Τρείς βράχοι λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι
και παραπάνω
το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει•
τρείς βράχοι σε σχήμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεύκα, μαύρα και κίτρινα
κι ένα τετράγωνα σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη•
και παραπάνω ακόμη πολλές φορές
το ίδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά
ως τον ορίζοντα ως τον ουρανό που βασιλεύει.

 Οι πρώτοι αυτοί εννέα στίχοι καθορίζουν το χώρο-τοπίο όπου θα συμβούν τα υπόλοιπα που αναπτύσσονται στους υπόλοιπους οχτώ στίχους. “Εδώ αράξαμε το καράβι…”, εδώ συλλογιστήκαμε τη θάλασσα που μας έφερε ως εδώ, εδώ βρήκαμε το νόμισμα που άλλαξε τη ζωή του μικρότερου από μας. Τέλος από εδώ “ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά” για να συνεχίσουμε το ταξίδι. Ο τόπος των πρώτων εννέα στίχων ήταν μια στάση μόνο στο ταξίδι μας που συνεχίζεται στα επόμενα ποιήματα του “Μυθιστορήματος”.

Όλα τα υπόλοιπα για τα οποία μιλάει ο Νικόδημος, περί ουράνιας βασιλείας, περί διχασμού του ποιητή, εγώ δεν τα βλέπω και δεν τα αισθάνομαι, τα θεωρώ μάλλον τραβηγμένα και αυθαίρετα.
Εδώ θέλω να κάνω ένα σχόλιο πάνω στην ερμηνεία του “θαμμένο στον ασβέστη” από το “Ποίηση III” του Νικόδημου. Στα νησιά μας βάφουν μια  ή δυο φορές το χρόνο τους τοίχους με ασβέστη. Μέσα στα χρόνια, τις δεκαετίες και τις εκατονταετίες ακόμη, καθώς το σπίτι το ζουν γενιές και γενιές, οι επιφάνειες αποκτούν άπειρα στρώματα ασβέστη, που δίνει στο σπίτι αυτή την πλαστική μορφή, σχεδόν γλυπτού, όπου δεν υπάρχουν οξείες γωνίες και ακμές αλλά καμπύλες μικρές και μεγάλες (που τόσο θαύμασε ο Λεκορμπιζιέ) . Αυτή την έννοια έχει το “θαμμένο στον ασβέστη” για μένα και τίποτε άλλο.

Διαφωνώ εντελώς με το “ζωή στο σπίτι έχει (σχεδόν) νεκρωθεί” ή “κατοικείται αλλά η ζωή σε αυτό είναι πολύ περιορισμένη, σχεδόν ανύπαρκτη”. Θα έλεγα ότι το αίσθημα που εισπράττω από αυτό το στίχο είναι το ανάποδο από αυτό του Νικόδημου: ένα αίσθημα επίμονης ζωής, γιατί  οι άνθρωποι σ’ ένα τόπο που τόσα λίγα τους προσφέρει φροντίζουν με επιμονή και υπομονή το βιός τους.

1. Ευχαριστώ τον Σίσυφο που στέλνει τη δική του ανάγνωση. Και οπωσδήποτε δεν μπορεί ένας να αναγκάσει άλλον να δει ένα ποίημα και την ποίηση γενικά όπως τα βλέπει ο ίδιος. Ο καθένας με τον τρόπο του.

Πρώτον, εγώ δεν εξέτασα ολόκληρο το ποίημα διότι δεν επιχειρούσα την ανάλυση του κι έγραφα για συγκεκριμένα πράγματα. Αυτά ήταν η Αντικειμενική Αντιστοιχία, ως εργαλείο ανάλυσης (όπως γράφω συνεχώς) και ο τρόπος που ο ποιητής υλοποιεί την πρόθεση του. Διότι όλοι, ακόμα και τυχάρπαστοι ατζαμήδες που θέλουν μόνο να εκφράσουν τα ζοφερά και αλλοπρόσαλλα κυκλώματα σκέψεων και συναισθημάτων τους, ή αυτοί που επιδίδονται σε αυτόματη δήθεν γραφή, γράφουν με κάποιο σκοπό.

Μετά, και αυτό είναι εξίσου σημαντικό, λίγοι στίχοι αρκούν για να δείξουν την ποιότητα ενός (αποσπάσματος ενός) ποιήματος. Ομοίως, συχνά τα πρώιμα και μέσα έργα ενός ποιητή δείχνουν ήδη τις ποιητικές αρετές, όπως και τα ελαττώματά του, ενώ τα τελευταία του συχνά δείχνουν πιο πολύ τα ελαττώματά του: ο άγγλος Wordsworth, οι Elliot και Chr. Fry στα δράματά τους, είναι κλασικά παραδείγματα, όμως και ο Σεφέρης και ο Ελύτης παρουσιάζουν το ίδιο σύμπτωμα. Αλλά η παράθεση όλων των 9 αρχικών στίχων από τον Σίσυφο στηρίζει ακόμα περισσότερο (“τοπίο αντιγραμμένο” δηλαδή χωρίς έμπνευση, “βράχοι σκουριασμένοι …” όχι με κάποια βλάστηση) αυτά που έγραψα.

2. Δεν θα κατηγορήσω τον Σίσυφο για έλλειψη ευαισθησίας αλλά επιδείχνει  τη μάλλον επιφανειακή προσέγγιση που συναντώ σε πάμπολλους κριτικούς και στα μέλη του ποιητικού κύκλου.

Το επίθετο “θαμμένο” είναι αποκαλυπτικό – κι ας το θάβει ο Σίσυφος με άσχετη αναφορά στην ιστορία και στον Λεκορμπιζιέ. Το ποίημα λέει “τετράγωνο σπιτάκι” και το τετράγωνο έχει οξείες γωνίες και όχι “καμπύλες”! Ο ποιητής προτείνει, υπονοεί νέκρα όχι κάτι άλλο, που θα δηλωνόταν με άλλο επίθετο (αλειμμένο, βαμμένο, πολύ στρωμένο, φορτωμένο κλπ κλπ).

Αυτή τη νέκρα την τονίζουν τα καμένα πεύκα, “μαύρα και κίτρινα” (ούτε καν πράσινα!) και οι σκουριασμένοι βράχοι – και νωρίτερα το ερημοκλήσι.

Εξίσου αποκαλυπτικά είναι και ορισμένα στοιχεία παρακάτω στο συγκεκριμένο ποίημα. Οι ναύτες άραξαν για να “ματίσουν τα σπασμένα κουπιά” (στ 10) και η θάλασσα, που “ξεδιπλώνει μιαν απέραντη γαλήνη” (στ 13) τους έδωσε πίκρα (προφανώς όχι τη γαλήνη)! Αλλά “ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά” (τελευταίος στίχος)!

Γιατί αγνοεί αυτούς τους στίχους ο Σίσυφος;…

Η πίκρα τους πρέπει να μεγάλωσε πολύ αφού ούτε τα κουπιά τους δεν κατάφεραν να ματίσουν.

Ναι, είναι το λίγο, το ελάχιστο και η πίκρα.

3. Παρότι στην αρχαία Ρώμη έλεγαν de gustibus non est disputandum “δεν πρέπει να λογομαχούμε για τα γούστα”, διότι ο καθένας έχει τα δικά του, στην ανάγνωση ενός (αποσπάσματος ενός) ποιήματος, η δική μας ανταπόκριση πρέπει να πηγάζει από το ίδιο το ποίημα, τις λέξεις και τον ρυθμό του. Η εμπειρία μας παίζει σημαντικό ρόλο αλλά και η λογική μας.

Ο Σεφέρης ούτε τυφλός ούτε νοητικά καθυστερημένος ήταν και γνώριζε τα “αιγαιοπελαγίτικα νησιά” (φράση ποιητική του Σίσυφου) αρκετά καλά. Όλα αυτά, ακόμα και άνυδρα όπως η Μήλος και η Σαντορίνη, έχουν λίγο πράσινο, μια ελιά, μια  συκιά, ένα πουρνάρι, ένα αμπελάκι – λίγο, ελάχιστο πράσινο. Ωστόσο σε ολόκληρο το ποίημα (‘Μποτίλια στο Πέλαγο’, δηλ. Μυθιστόρημα ΙΒ), σε 17 στίχους δεν υπάρχει καμιά υπόνοια πρασίνου!

Παρακαλώ, λοιπόν τον Σίσυφο να μας παραθέσει 3-4 λέξεις (εκτός βέβαια τη σύντομη ενέργεια των ναυτών που άραξαν για να ξαναφύγουν) οι οποίες να μας (υπο-)δείχνουν “ανάταση, ένα πέταγμα ψυχής” (1η παράγραφος) ή «επιμονή και υπομονή» (τέλος). Πουθενά δεν αναφέρονται ζώα, πουλιά, δέντρα ή φυτά καρποφόρα ή έστω πράσινα ή καν άνθρωποι, έστω και στον ελάχιστο βαθμό – ούτε ως υπόνοια!

Ο Σεφέρης γράφει για ένα νησί (σχεδόν εντελώς) ερημωμένο και άγονο. Ακόμα και οι “τρεις βράχοι σε σχήμα πύλης” έχουν πάψει να είναι ένδοξο κατάλοιπο του αρχαίου πολιτισμού του. Και ο ποιητής νιώθει βαθύτατη θλίψη – όχι μόνο εδώ αλλά στο σύνολο Μυθιστόρημα.

Στο ποίημα Α΄ γράφει –

Γυρίσαμε στα σπίτια μας τσακισμένοι

μ’ ανήμπορα μέλη, με το στόμα ρημαγμένο

από τη γέψη της σκουριάς και της αρμύρας. (8-10)

              

(Προσέξτε την τεχνική εδώ καθώς το «ρήμαγμα του στόματος» στηρίζεται με ομοηχία στις λέξεις γέψη, σκουριά  και αρμύρα.)

Στο Ζ΄ γράφει – “Μέσα σε τούτα τα χωριά τα’ αποδεκατισμένα”, στο ΙΘ΄γράφει “Κι  αν ο αγέρας φυσά δε μας δροσίζει” και στο Κ΄ “Στο στήθος μου η πληγή ανοίγει πάλι”.

Ναι υπάρχει ζωή, αλλά είναι γεμάτη βάσανα και πόνο, ερειπωμένη, και η μόνη γαλήνη τελικά (στο τελευταίο ΚΔ΄) είναι η γαλήνη των νεκρών (“αδύναμες ψυχές μέσα στ’ ασφοδήλια”). Εξ ου και ο διχασμός μέσα του.

Θα επανέλθω μαζί με τον Σίσυφο.

Δείτε όλα τα άρθρα της σειράς “Ποίηση”.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

You may also like

E1453: Απληστία, αλαζονεία, άγνοια

Καθώς περνούν τα χρόνια και βυθιζόμαστε βαθύτερα στη