Λαγκαδάς – Ανόι, ένα τσιγάρο δρόμος

Λαγκαδάς – Ανόι, ένα τσιγάρο δρόμος

Δημήτρης Ευθυμάκης

Στα μέσα της περασμένης βδομάδας πήρα τηλέφωνο ένα στέλεχος γνωστού συνεταιρισμού αγροτών της Βόρειας Ελλάδας. Ήθελα να τον ρωτήσω μερικά πράγματα για τις τιμές και το κόστος παραγωγής. Το κινητό του άργησε να κτυπήσει κι όταν τελικά απάντησε, η φωνή του ακούστηκε από κάπου πολύ μακριά. Τον ρώτησα «στον Λαγκαδά σε βρίσκω;» κι εκείνος μου απάντησε νυσταγμένα: «Ποιον Λαγκαδά, στο Ανόι του Βιετνάμ είμαι». Ήταν ξημερώματα εκεί και τον είχα ξυπνήσει τον άνθρωπο. 

Εντάξει, έχουμε πια εξοικειωθεί με το παγκοσμιοποιημένο χωριουδάκι μας, παρά ταύτα η δική μου τουλάχιστον γενιά δεν θα πάψει ποτέ να εκπλήσσεται όταν βιώνει αυτόν τον εκμηδενισμό των αποστάσεων. (Παρένθεση: Πρόσφατα γνώρισα μια Αγγλίδα που μετακόμισε στην Αθήνα λόγω κλίματος κι απ’ το διαμέρισμα της στα νότια προάστια δουλεύει σε μια ΜΚΟ στην Μιανμάρ, στην Βιρμανία δηλαδή).  Επανέρχομαι στο στέλεχος του συνεταιρισμού. «Τι ζητάς στο Βιετνάμ», τον ρώτησα έκπληκτος. «Καινούριες αγορές για τα προϊόντα σας;».

«Σιγά μην έχουν οι Βιετναμέζοι λεφτά να αγοράσουν ροδάκινα», μου απάντησε γελώντας. «Εργάτες ψάχνω. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ούτε για δείγμα. Η συγκομιδή του ροδάκινου είναι εντάσεως εργασία. Όταν ωριμάσουν πρέπει να μαζευτούν αμέσως, αλλιώς σαπίζουν και πέφτουν. Αν λοιπόν δεν βρω μερικές χιλιάδες εργάτες εδώ στο Βιετνάμ να έρθουν στην περιοχή μας για να δουλέψουν το κρίσιμο διάστημα, την χάσαμε την συγκομιδή».

«Μα με το κόστος που θα πληρώσεις για να φέρεις εργάτες από την άλλη άκρη του κόσμου, θα μπορούσες να αυξήσεις το μεροκάματο εδώ στην Ελλάδα και να προσελκύσεις Έλληνες», είπα κι εγώ την εξυπνάδα μου. «Διπλό μεροκάματο δίνουμε στους Έλληνες σε σύγκριση με τους αλλοδαπούς, αλλά δεν έρχεται κανείς», με αποστόμωσε. «Προτιμούν να κάθονται στο καφενείο. Δεν ξέρω γιατί, πάντως έτσι είναι. Τεμπελογενιά; Ζουν από τα επιδόματα; Από το χαρτζιλίκι του πατέρα τους; Από την σύνταξη της γιαγιάς; Ψευτοαπασχολούνται δήθεν στο οικογενειακό τουριστικό μαγαζάκι; Πάντως δεν έρχονται».

«Συγνώμη, τις προηγούμενες χρονιές πώς τα μαζεύατε τα ροδάκινα σας;», συνέχισα εγώ να ψάχνω τα βαθύτερα αίτια αυτής της εργασιακής ανισορροπίας. «Την περασμένη δεκαετία μας κάλυπταν οι Bαλκάνιοι. Κατέβαιναν για έναν μήνα, δούλευαν σκληρά, κονόμαγαν κι έφευγαν. Τώρα εξαφανίστηκαν κι αυτοί. Οι Αλβανοί είναι πλέον εργολάβοι. Οι Σέρβοι ποτέ δεν έρχονταν. Οι Βούλγαροι πάλι, μέσα σε μια πενταετία, από εργάτες έγιναν αγοραστές. Οι μόνοι Βούλγαροι που εμφανίζονται πλέον, ψάχνουν να αγοράσουν εξοχικό στην Ασπροβάλτα και  στην Χαλκιδική ή διαμέρισμα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Μπήκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και πλούτισαν ξαφνικά». 

«Και θα βρεις Βιετναμέζους να φέρεις;» ξαναρώτησα, αφού όλα τα επιχειρήματα μου για αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού της γειτονιάς μας είχαν κονιορτοποιηθεί. «Ελπίζω να βρω. Εκατό εκατομμύρια πληθυσμό έχει το Βιετνάμ. Τα μισά πεινάνε. Το πρόβλημα είναι ότι έχει μαζευτεί εδώ όλη η Ευρώπη και ψάχνει εργάτες. Κι όταν εγώ τους προσφέρω δουλειά σαράντα ημερών στα χωράφια ενώ οι άλλοι τους προσφέρουν δυο χρόνια σε κατασκευές  δρόμων, επιλέγουν τα δυο χρόνια. Λογικό».

«Όλη η Ευρώπη;» ρώτησα έκπληκτος. «Ε ναι. Χθες στο γραφείο που απευθυνόμαστε για να μας βρει κόσμο, κονταροχτυπιόμουν μ’ έναν Λετονό, έναν Αυστριακό κι έναν Βούλγαρο». «Α και Βούλγαρο…». «Βεβαίως, ιδιοκτήτη τεχνικής εταιρείας στην Βάρνα. Απ’ ό,τι μου είπε, τους λείπουν από όλη την χώρα εκατό χιλιάδες ανειδίκευτοι…».

Πηγή: Protagon.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published.

You may also like

Τα παρεπόμενα της ασυλίας

Σάκης Μουμτζής Τα όσα συνέβησαν στη φοιτητική εστία