Ροκανίζοντας το κλαρί που καθόμαστε

Ροκανίζοντας το κλαρί που καθόμαστε

- in Επιλογές από τον Τύπο
0

Μιχαήλ Γ. Ιακωβίδης

Στα πρόσφατα φύλλα της «Καθημερινής» έχει ενταθεί ο γόνιμος διάλογος για τις επιπτώσεις της αλματώδους αύξησης του τουρισμού. Πριν από δύο εβδομάδες, ο Στάθης Καλύβας σημείωσε ότι η εκρηκτική αύξηση και ποιοτική αλλαγή του τουρισμού αλλάζει το κοινωνικό μοντέλο, κινδυνεύοντας να μας αποστερήσει το ελληνικό καλοκαίρι. Την τεκμηριωμένη αυτή διαπίστωση ακολούθησαν δύο παρατηρήσεις οι οποίες φοβάμαι ότι συσκοτίζουν το πρόβλημα. Πρώτον, επισημαίνεται ως αιτία του προβλήματος η αύξηση του τουρισμού υψηλών κοινωνικών εισοδημάτων. Αυτό όμως δεν είναι καθαυτό προβληματικό: Η υποκατάσταση του τουρισμού που συρρέει στο Φαληράκι της Ρόδου από όσους φέρνουν μαζί τους τους σεφ και το προσωπικό τους, και ενδιαφέρονται για «εμπειρίες» έχει τη δυνατότητα όχι μόνο να αφήσει περισσότερα οικονομικά οφέλη αλλά και να επηρεάσει θετικά άλλους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, δυνητικά περιορίζοντας την περιβαλλοντική επιβάρυνση. Δεύτερον, καίτοι το άρθρο προτείνει την ανάγκη συντονισμένου σχεδίου, λέει ότι οι αλλαγές που βλέπουμε στον ελληνικό τουρισμό είναι «μη αναστρέψιμες», υποβαθμίζοντας έτσι τη σημασία των πολιτικών στην εξέλιξη του τουριστικού προϊόντος.

Η ανάλυση αυτή συγχέει επίσης αίτιο και αιτιατό, παρακάμπτοντας την τεράστια ευθύνη της Πολιτείας, η οποία θέτει τους όρους της τουριστικής και οικιστικής ανάπτυξης. Το πρόβλημα της ιδιωτικοποίησης των παραλιών, και της κατάληψής τους από ομπρέλες δεν οφείλεται στους τουρίστες, ούτε η τιμολογιακή πολιτική οφείλεται στην επιφάνεια όσων επισκέπτονται τη χώρα μας. Οφείλεται στο γεγονός ότι ο ΟΔΔΠ που αποφασίζει ποιες παραλίες μισθώνονται δεν έχει κανένα πλαίσιο με το οποίο να αποφασίζει σε κάθε νησί ή σε κάθε περιοχή ποιες παραλίες μισθώνονται και ποιες όχι. Ο νόμος θέτει μόνο κάποια πλαίσια σε κάθε παραλία, τα οποία, ελέω έλλειψης αστυνόμευσης, καταστρατηγούνται. Εδώ τίθεται και το πρόβλημα της (ανύπαρκτης, στην πράξη) στρατηγικής: Αν όντως επιζητούμε την ανάπτυξη μέσω εγκατάστασης στη χώρα ψηφιακών νομάδων και συνταξιούχων, δεν θα το πετύχουμε κατακλύζοντας τις παραλίες μας με ομπρέλες, ακόμη και εάν θέσουμε πλαφόν στις τιμολογιακές πολιτικές των παρόχων. Η κοντόφθαλμη εκμετάλλευση των παραλιών θα πλήξει τη μεσοπρόθεσμη βάση της ανάπτυξής μας, και θα καταστρατηγήσει την καλοκαιρινή εμπειρία των Ελλήνων, όσο και το περιβάλλον.

Το δεύτερο κρίσιμο στοιχείο που επηρεάζει την εξέλιξη της τουριστικής εμπειρίας και του πώς μπορούν οι πολίτες να χαίρονται τη χώρα, είναι το πλαίσιο οικοδομικής και οικονομικής δραστηριότητας. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια έχουμε δει χαλάρωση στους οικοδομικούς περιορισμούς και αδειοδότηση κάθε είδους δραστηριότητας (με το πρόσφατο σκανδαλώδες παράδειγμα των περιοχών Natura να είναι ακόμη προς συζήτηση). Έχουμε, επίσης, θεσπίσει ένα οικονομικά παράλογο πρόγραμμα στο οποίο αντί να απαιτούμε από όσους εκμεταλλεύονται το περιβάλλον και τις υποδομές να πληρώνουν, να τους δίνουμε χρήματα, επιστροφή φόρων, και ευνοϊκούς όρους δόμησης βαφτίζοντάς τους στρατηγικούς επενδυτές. Η έννοια της βιωσιμότητας –την οποία όλοι στα λόγια υπερασπίζονται– απουσιάζει στην πράξη από τα τρέχοντα πλαίσια, ενώ προτάσεις (όπως της ΕΛΛΕΤ) υπάρχουν. Η έλλειψη μιας στρατηγικής που να σταθμίζει τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος, την εμπειρία των πολιτών, αλλά και την ίδια τη μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα του τουριστικού μας προϊόντος δεν είναι μονόδρομος. Πρέπει να αφήσουμε στην άκρη ανέξοδες αναλύσεις όπως ότι «έχουμε πολλά χιλιόμετρα παραλίας στην Ελλάδα» και «όλοι χωράμε», και να αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο ότι υποβαθμίζουμε μυωπικά τη χώρα των παιδιών μας.

Προθέσεις αγαθές και δηλώσεις δεν λείπουν. Εχουν γίνει κάποια βήματα και ο ΣΕΤΕ έχει ένα σχέδιο εστιασμένο στη βιωσιμότητα, αλλά λείπει η εφαρμογή, όπως έγραψε ο πρόεδρος του ΣΕΤΕ προ εβδομάδος. Πρόσφατο σχέδιο για τον «αγροτικό και πράσινο τουρισμό» του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης έχει τόσα κενά, ώστε ο πρόεδρος του κλάδου παραπονείται ότι το ν/σ είναι «εξ ολοκλήρου λάθος». H Ελλάδα αποτελεί τη μόνη ευρωπαϊκή χώρα που ο αγροτουρισμός δεν λαμβάνει κρατική υποστήριξη, όταν πριμοδοτούμε τον Ρώσο ολιγάρχη Ριμπολόβλεφ με 4 εκατομμύρια κρατικά ευρώ να αναπτύξει το «ξενοδοχείο» του στον Σκορπιό… Παρά τα πρώτα δείγματα από το πώς ο θεματικός τουρισμός όπως καταδύσεις στην Αλόννησο μπορεί να έχει ουσιαστική τοπική συνεισφορά, συνεχίζουμε να ακολουθούμε ένα παρωχημένο μοντέλο που υπονομεύει το περιβάλλον και τη βιωσιμότητα του τουριστικού μας προϊόντος.

Καθώς το εκλογικό σώμα ψάχνει πλέον να ζυγίσει τι προσφέρει το κάθε κόμμα, θα περίμενε κανείς μια εντυπωσιακή πρωτοβουλία από την κυβέρνηση. Το περιβαλλοντικό της αποτύπωμα, πέρα από την προώθηση των ΑΠΕ, ανταγωνίζεται, στα μάτια τμήματος του ταλαιπωρημένου κέντρου, τη σκιά των παρακολουθήσεων. Η επιθετική τουριστική ανάπτυξη μπορεί να ωφελεί επενδυτές, αλλά έχει και πραγματικά κόστη, όπως φαίνεται σε νησιά σαν την Ιο. Η εντυπωσιακή αδράνεια της ελάσσονος και μείζονος αντιπολίτευσης δίνει ακόμη τη δυνατότητα πρωτοβουλίας, αν ο πρωθυπουργός δει πέρα από τα όσα φαίνεται να απασχολούν σήμερα το Μέγαρο Μαξίμου. Για το καλό της χώρας μας, ας το ελπίσουμε.

* Ο Μιχαήλ Γ. Ιακωβίδης (www.jacobides.com) κατέχει την Έδρα Sir Donald Gordon Chair Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας στο London Business School όπου είναι καθηγητής Στρατηγικής. Είναι σύμβουλος Στρατηγικής στην Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού.

Πηγή: Καθημερινή

Leave a Reply

Your email address will not be published.

You may also like

Η χρήσιμη επαναξιολόγηση

Πάσχος Μανδραβέλης «Η Ελλάδα δεν είναι Βέλγιο», λένε