Πόσο μας άλλαξε η κρίση;

Πόσο μας άλλαξε η κρίση;

του Δημήτρη Τσιόδρα

Τα τελευταία πέντε χρόνια, η ζωή της συντριπτικής πλειονότητας των Ελλήνων άλλαξε δραματικά. Τα έσοδά τους μειώθηκαν, οι υποχρεώσεις τους αυξήθηκαν, πολλοί έχασαν τις δουλειές τους, σχεδιασμοί μιας ζωής ανατράπηκαν σε λίγους μήνες. Πόσο άλλαξε και ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα; Πόσο η κρίση ανέτρεψε κατεστημένες αντιλήψεις και τον τρόπο που σκεφτόμαστε; Η κυρίαρχη άποψη για τις αιτίες της κρίσης είναι ότι «φταίνε οι άλλοι και όχι εμείς». Το 72,5% (κοινή έρευνα των Πανεπιστημίων Μακεδονίας και Οξφόρδης) πιστεύει ότι η κρίση της ελληνικής οικονομίας ήταν προσχεδιασμένη από διάφορα εξωθεσμικά κέντρα. Η ίδια άποψη (με παραλλαγές) μονοπώλησε και την αφήγηση των κομμάτων τα πρώτα χρόνια της κρίσης. Για τη Ν.Δ. της «αντιμνημονιακής περιόδου» έφταιγαν οι χειρισμοί του Γ. Παπανδρέου (όχι ότι δεν έχει σημαντικές ευθύνες), ο οποίος «μαγείρεψε τα στοιχεία για να μας οδηγήσει σκόπιμα στο ΔΝΤ», για τον ΣΥΡΙΖΑ «η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ενωσης, καθοδηγούμενη από τη Γερμανία, υποτάσσει ολοένα και περισσότερο τις κατακτήσεις των ευρωπαϊκών λαών στον παγκόσμιο ανταγωνισμό των κεφαλαίων. Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της ακραίας αυτής στρατηγικής της Ε.Ε.». Οι ΑΝΕΛ είναι δημιούργημα των συνωμοσιολογικών θεωριών που κυριαρχούσαν στη «λαϊκή δεξιά» και η Χρυσή Αυγή βρήκε την ευκαιρία να βγει στο φως μέσω των «αγανακτισμένων της άνω Πλατείας», που απαιτούσαν «κρεμάλες για τους προδότες».

Κάθε κόμμα που κάθεται στα έδρανα της αξιωματικής αντιπολίτευσης υποστηρίζει πως υπάρχουν ανώδυνες απαντήσεις στα προβλήματα, αλλά δυστυχώς «οι κυβερνώντες είναι δέσμιοι συμφερόντων και δεν τις εφαρμόζουν». Για το ΠΑΣΟΚ, το 2009, «λεφτά υπήρχαν», για τον Αντ. Σαμαρά υπήρχαν «ισοδύναμα» μέσω των Ζαππείων, για τον Αλ. Τσίπρα μπορούν να βρεθούν άμεσα 11 δισ. Οι κυβερνήσεις, από την άλλη, προσπαθούν να ωραιοποιούν την κατάσταση και κρύβουν την πραγματική εικόνα, καλλιεργώντας ελπίδες που δεν στηρίζονται στην πραγματικότητα (βγαίνουμε στις αγορές από το 2011, δεν θα ληφθούν άλλα μέτρα, τελειώνουμε με την επιτήρηση κ.λπ.) συμβάλλοντας κι αυτές στην καλλιέργεια νέων μύθων. Οσοι (ακόμη και από τον χώρο της Αριστεράς) εξακολουθούν να μιλάνε για δυσκολίες, για τους κινδύνους που ελλοχεύουν, για ανέφικτους στόχους και ανεκπλήρωτες υποσχέσεις, χαρακτηρίζονται, κινδυνολόγοι, πράκτορες ξένων συμφερόντων, παπαγαλάκια κ.λπ. Οπως και στην εποχή της «δανεικής ευμάρειας» όσοι έλεγαν δυσάρεστα περνούσαν στο περιθώριο, το ίδιο συμβαίνει και σήμερα. Οι πολίτες αναζητούν πάλι εύκολες λύσεις. «Ο κόσμος, με αναπτυγμένη την κουλτούρα της ανάθεσης και της μεσιτείας, περιμένει την έλευση του Σωτήρα, το μαγικό άγγιγμα, κάποιον επιλυτικό χρησμό, κάτι χαριτωμένα κακοσυντεταγμένο, αλλά ελπιδοφόρο στη σαξονικότητά του, κάτι πιο μπρουτάλ, πιο θεσμικό, πιο εργατικό, πιο κοινοβουλευτικό, πιο μπιτάτο κ.λπ. Ρόλους και ύφη. Αναθέτει στην Αριστερά την αλλαγή, όπως ένα άλλο μέρος του αναθέτει στην επίσης πολυσύνθετη Νεοδεξιά τη μη αλλαγή», έγραφε πολύ εύστοχα σε άρθρο του στην «Αυγή» ο Δ. Σεβαστάκης. Με τον κυρίαρχο λόγο, από κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση, να μην αποτυπώνει την πραγματική κατάσταση και τους πολίτες να «διαβάζουν» τις εξελίξεις με τα «γυαλιά του παρελθόντος», δεν ξέρω τι μπορούμε να προσδοκάμε. «Οποιος δεν θυμάται το παρελθόν του είναι υποχρεωμένος να το ξαναζήσει», λέει η γνωστή ρήση, και πολύ φοβάμαι ότι ισχύει στην περίπτωσή μας.

Πηγή: Καθημερινή

Leave a Reply

Your email address will not be published.

You may also like

Ο συμβολισμός του βάθρου

Νίκος Βατόπουλος Ενίοτε, τα στραβοπατήματα κάνουν καλό. Και